leslie
Brink της Leslie O’Dell

Το κορίτσι έσπρωξε την πόρτα με προσοχή και αυτή άνοιξε αργά με ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο. Μια μυρωδιά μούχλας και παλιού ξύλου πλημμύρισε τον αέρα. Τα έπιπλα ήταν ακόμα εκεί, γεμάτα αράχνες, σκονισμένα, ξεχασμένα. Από μικρή ήθελε να εξερευνήσει το εγκαταλελειμμένο σπίτι της γειτονιάς της. Είχε ακούσει πολλές τρομακτικές ιστορίες για αυτό και πάντα φοβόταν να το τολμήσει. Σήμερα όμως πήρε την απόφαση, πήδηξε τον ψηλό φράχτη όταν άρχισε να σκοτεινιάζει και τώρα στεκόταν ήδη στο μεγάλο σαλόνι του παλιού αρχοντικού. Προχώρησε προς τον μεγάλο καναπέ που βρισκόταν απέναντι από την επιβλητική βιβλιοθήκη. Τράβηξε το σεντόνι με το οποίο τον είχαν καλύψει και ένας σωρός σκόνης σηκώθηκε στον αέρα. Το έπιπλο ήταν ακόμα πανέμορφο. Χάιδεψε το κατακόκκινο βελούδινο ύφασμα, το επίχρυσο σκαλιστό ξύλινο μπράτσο και ύστερα κάθισε.

Τόσο καιρό ήσουν κρυμμένος κάτω από αυτό το σεντόνι κι όμως παραμένεις τόσο όμορφος, είπε με μελαγχολία.

Κοίταξε απέναντι την βιβλιοθήκη. Τόσα πολλά βιβλία στα ράφια της. Κλεισμένα για χρόνια, αφημένα να σαπίζουν. Ποιος ξέρει πόσο καιρό έχουν να τα αγγίξουν ανθρώπινα χέρια, να ξεφυλλίσουν τις σελίδες τους και να απολαύσουν αυτά που κρύβουν μέσα τους, σκέφτηκε το κορίτσι. Ίσως να κρύβουν πραγματικά μαγευτικές ιστορίες, με επιβλητικούς και θαυμαστούς χαρακτήρες σε κόσμους μακρινούς και υπέροχους. Όμως κανείς δεν το γνωρίζει πια γιατί αυτός ο θησαυρός έχει ξεχαστεί εδώ και καιρό, κανείς δεν τον αναζήτησε, κανείς δεν τον θυμάται. Ένιωσε μια θλίψη και ταυτόχρονα μια οικειότητα μέσα σε αυτό το δωμάτιο με τα ξεχασμένα αντικείμενα.

Ένα τρίξιμο του ξύλινου πατώματος διέκοψε τις σκέψεις της. Το κορίτσι γύρισε προς την πόρτα και αντίκρισε μια μαυροφορεμένη γυναίκα. Ήταν πραγματικά σκοτεινή μπροστά στα μάτια του κοριτσιού. Μαύρο μακρύ φόρεμα με μακριά κεντητά μανίκια, μαύρα μακρυά μαλλιά, μαύρα μάτια, μαύρο βλέμμα.

-Μη φοβάσαι, είπε η γυναίκα καθώς πλησίασε με σταθερό βήμα και στάθηκε μπροστά από την βιβλιοθήκη. Ξέρεις, δεν είναι ανάγκη να καταλήξεις και εσύ σαν αυτά τα βιβλία, συμπλήρωσε και γύρισε και κοίταξε το κορίτσι στα μάτια με νόημα σαν να είχε διαβάσει την σκέψη της λίγα λεπτά πιο πριν. Ή σαν αυτό τον καναπέ, είπε χαμογελώντας.

Δεν… δεν καταλαβαίνω τι εννοείς, ψέλλισε η κοπέλα.

Ω γλυκιά μου, μα φυσικά και καταλαβαίνεις.

Η γυναίκα κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα από την βιβλιοθήκη με τον τρόπο που θα καθόταν μια βασίλισσα στον θρόνο της. Το πρόσωπο της, αν και σκοτεινό, ήταν πολύ γνώριμο στο κορίτσι. Ήταν σίγουρη ότι αυτή την γυναίκα κάπου την είχε ξαναδεί.

Ξέρω τι φοβάσαι, είπε με σιγουριά. Ξέρω τι ποθείς, ξέρω τι μισείς, ξέρω τι έχεις στην καρδιά σου και τι στο μυαλό σου. Διάολε, ξέρω περισσότερα για σένα από όσα εσύ η ίδια! κατέληξε και γέλασε δυνατά.

Ανασηκώθηκε από την πολυθρόνα και πλησίασε την κοπέλα σαν να πρόκειται να της πει κάποιο σημαντικό μυστικό.

Και ξέρω τι θα σε καταστρέψει, ψιθύρισε.

Το κορίτσι τρόμαξε. Είχε κοκαλώσει και δεν μπορούσε πλέον να αρθρώσει λέξη. Τι περίεργη γυναίκα! Τι τρομακτική! Μα ακόμα πιο τρομακτικό ήταν το γεγονός ότι βαθιά μέσα της η κοπέλα ένιωθε ότι η γυναίκα έλεγε την αλήθεια. Όντως ήξερε. Ήξερε τα πάντα.

Τι θέλεις; κατάφερε να την ρωτήσει τελικά.

Μα δεν είναι ξεκάθαρο; Θέλω να σε βοηθήσω φυσικά. Θέλω να σε σώσω προτού καταλήξεις σαν ένα σκονισμένο βιβλίο ξεχασμένο σε ένα ράφι.

Πώς να με βοηθήσεις;

Μπορώ να σε συμβουλεύω. Κάθε φορά που αμφιβάλλεις για κάτι, που ανησυχείς και φοβάσαι. Όταν οι σκέψεις σου σε πλημμυρίζουν και δεν μπορείς να τις βάλεις σε μια σειρά να σκεφτείς καθαρά. Μπορώ να είμαι εκεί για σένα. Αρκεί να με εμπιστευτείς. Κανείς δεν θα με βλέπει παρά μόνο εσύ. Αυτό στο ορκίζομαι. Άσε τον φόβο σου ελεύθερο και τότε θα καταλαβαίνω και θα έρχομαι κοντά σου. Αλλά και εσύ μη με προδώσεις. Δεν πρέπει να πεις σε κανέναν για μένα. Αλλιώς θα μπουν ανάμεσα μας και δεν θα μπορώ να σε βοηθάω πια.

Ποιοι θα μπουν ανάμεσα μας;

Οι πάντες. Ειδικά οι άνθρωποι που σε αγαπάνε. Θα θέλουν να σε προστατέψουν από μένα. Όμως εγώ βλέπεις δεν θέλω το κακό σου. Δεν το καταλαβαίνουν αλλά εγώ ξέρω. Το νιώθεις αυτό, έτσι δεν είναι; Και επειδή ξέρω μπορώ να σε βοηθήσω περισσότερο από εκείνους. Αυτοί δεν έχουν ιδέα πως είναι. Πως είναι να είσαι εσύ, εκεί μέσα κλεισμένη, είπε και έδειξε στο μέρος της καρδιάς του κοριτσιού.

Και γιατί να βοηθήσεις εσύ εμένα;

Γιατί έχεις κάτι που θέλω, απάντησε χαμογελώντας σκοτεινά.

Δεν έχω τίποτα που να αξίζει. Είμαι ένα απλό κορίτσι, δεν μου ανήκει τίποτα.

Κι όμως έχεις κάτι που αξίζει περισσότερο από οτιδήποτε σε αυτόν τον κόσμο… αλλά και στον επόμενο.

Το κορίτσι κοίταξε με απορία την γυναίκα.

Την ψυχή σου. Θέλω την ψυχή σου.

Η κοπέλα απέμεινε αποσβολωμένη να κοιτάει την γυναίκα. Την ψυχή της; Μα τι εννοούσε; Πως ακριβώς μπορούσε κάποιος άνθρωπος να διαπραγματεύεται την ψυχή ενός άλλου ανθρώπου; Εκτός… εκτός αν…

Τι είσαι; τόλμησε να ρωτήσει τελικά.

Είναι δύσκολο να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση, είπε και σηκώθηκε από την πολυθρόνα. Δεν μπορείς να με προσδιορίσεις. Με βλέπεις μα δεν είμαι εδώ. Με ακούς μα δεν βγάζω ήχο. Ακόμα και να σου εξηγούσα δεν θα καταλάβαινες τι είμαι. Με γνωρίζεις όμως, έτσι δεν είναι; Ξέρεις το πρόσωπο μου;

Ναι, το πρόσωπό σου μου είναι γνώριμο. Δεν μπορώ να θυμηθώ όμως που και πότε σε έχω ξαναδεί.

Η γυναίκα την πλησίασε και την χάιδεψε στο μάγουλο με στοργή. Το άγγιγμα της ήταν παγωμένο αλλά τόσο απαλό και οικείο. Παρότι την ξάφνιασε, ένιωσε ταυτόχρονα να μαγεύεται και να έλκεται από την κρύα, σκοτεινή της αύρα. Την τραβούσε με τον ίδιο τρόπο που η βαρύτητα την κρατούσε καρφωμένη στην γη. Η γυναίκα χαμογέλασε πονηρά, απομακρύνθηκε και προχώρησε προς την πόρτα.

Σκέψου αυτά που σου είπα. Και μη φοβάσαι για την ψυχή σου. Δεν θα της κάνω κακό. Σου είπα ήδη δεν θέλω το κακό σου. Απλά θα την κρατήσω. Για παρέα. Είναι πολύ μοναχικά μερικές φορές σε αυτό τον κόσμο. Θα την κρατήσω και θα την προσέχω σαν τα μάτια μου. Ίσως να είναι κάτι που τελικά το θέλεις και εσύ άλλωστε. Γιατί να την αφήσεις μόνη και να μην την δώσεις σε μένα; Πίστεψε με, οι μοναχικές ψυχές δεν επιβιώνουν για πολύ εδώ πέρα.

Η κοπέλα ένιωθε ακόμα μπερδεμένη. Για ποιον κόσμο μιλούσε η γυναίκα; Φοβόταν να της απαντήσει. Η ψυχή της ίσως ήταν όντως ότι πιο πολύτιμο είχε. Για κάποιο λόγο όμως οι φόβοι της καθησυχαζόταν κάθε φορά που η μαυροφορεμένη γυναίκα μίλαγε.

Προτού βγει από την πόρτα η γυναίκα γύρισε και την κοίταξε.

Πριν φύγω θα σου πω από που ξέρεις το πρόσωπο μου. Ίσως σε βοηθήσει να αποφασίσεις. Το πρόσωπο μου το βλέπεις κάθε μέρα στον καθρέφτη σου. Και εγώ σε ξέρω τόσο καλά γιατί ζω μαζί σου τόσα χρόνια. Και ακόμα τόσα που θα έρθουν. Εγώ είμαι εσύ. Ή μάλλον ήμουν εσύ. Και εσύ θα γίνεις εγώ. Τώρα διάλεξε σοφά, είπε και εξαφανίστηκε.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s