long hair
Αγνώστου Καλλιτέχνη

Η νεαρή κοπέλα έσπρωξε το βαρύ ξύλινο γραφείο με κόπο ώσπου βρήκε αντίσταση στον φρεσκοβαμμένο τοίχο. Κοίταξε ξανά τον χώρο γύρω της. Όχι, κάτι δεν της άρεσε. Η μεγάλη πορτοκαλί λάμπα έπρεπε να μετακινηθεί πάλι. Την πήρε και την έβαλε ανάμεσα από την βιβλιοθήκη και την πολύχρωμη πολυθρόνα. Τέλεια! Τώρα όλα βρίσκονταν στη θέση που έπρεπε να είναι. Χαρούμενη που επιτέλους τελείωσε την μετακόμιση προσγειώθηκε με ένα σάλτο στον μεγάλο λαχανί καναπέ της. Τεντώθηκε, χαμογέλασε και άνοιξε την τηλεόραση. Ειδήσεις. Πφφφ, ποιος θέλει να παρακολουθεί ειδήσεις αυτές τις μέρες; Πάλι θα μιλάνε για την οικονομία, για αυτοκτονίες, πολέμους, πρόσφυγες. Ένας κόσμος ολόκληρος σε κρίση. Ένας κόσμος που δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει το οτιδήποτε. Ένας κόσμος σε απόλυτη αδράνεια. Άρχισε να θλίβεται ξανά. Όχι σήμερα, σκέφτηκε. Έκλεισε την τηλεόραση και άνοιξε το ραδιόφωνο. Depeche Mode.

-Ω ναι! φώναξε ενθουσιασμένη και σχεδόν αμέσως σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει και να τραγουδάει στο καινούριο της σαλονάκι. People are people so why should it be, you and I should get along so awfully…

Χόρεψε σε αυτό το τραγούδι και στο επόμενο και στο επόμενο, μέχρι που λαχάνιασε. Βυθίστηκε πάλι στον καναπέ της. Αν και κουρασμένη ήταν πραγματικά πολύ ικανοποιημένη. Ήταν η πρώτη φορά που θα ζούσε μόνη της. Είχε μετακομίσει στην πόλη μόλις ένα μήνα πριν και αν και τα μαθήματα στη σχολή είχαν ήδη αρχίσει, εκείνη δεν είχε βρει κάποια μόνιμη κατοικία. Μέχρι προχτές κοιμόταν στον καναπέ μιας συμφοιτήτριας της ώσπου βρήκε αυτή την γκαρσονιέρα σε λογική τιμή και αποφάσισε να μετακομίσει μέσα στην εβδομάδα. Οι γονείς της φυσικά της είπαν να περιμένει μέχρι το σαββατοκύριακο, οπότε και θα έρχονταν να την βοηθήσουν με όλα αλλά εκείνη δεν ένιωθε πια άνετα να είναι βάρος στην φίλη της. Και άλλωστε ανυπομονούσε να έχει επιτέλους τον δικό της χώρο. Να είναι μόνη της και να μπορεί να κάνει ότι θέλει. Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα ήταν ήδη οχτώ και μισή. Σηκώθηκε γρήγορα και άρπαξε το παλτό της. Έπρεπε να προλάβει το σούπερ μάρκετ προτού κλείσει αν ήθελε να φάει κάτι για βραδινό. Κατέβηκε τα σκαλιά δυο δυο και βγήκε στον δρόμο. Πέρασε μπροστά από το μεγάλο πάρκο όπου τα παιδιά της γειτονιάς συνήθιζαν να παίζουν μέχρι αργά το βράδυ. Έτσι και σήμερα, τρέχανε, φωνάζανε, γελάγανε. Τι όμορφη γειτονιά, σκέφτηκε, γεμάτη χαρά. Έφτασε στο πολυκατάστημα και οι αυτόματες πόρτες την καλωσόρισαν ανοίγοντας διάπλατα. Πέρασε αρκετή ώρα περιπλανώμενη στους μεγάλους διαδρόμους του καθώς ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν στο συγκεκριμένο κατάστημα και δεν είχε ιδέα που βρισκόταν τι. Ενώ χάζευε το μεγάλο τμήμα με τα πατατάκια άλλαξε γνώμη και πισωπατώντας γύρισε απότομα να φύγει. Έτσι δεν είδε την γυναίκα που πέρναγε εκείνη τη στιγμή από πίσω της και έπεσε πάνω της με δύναμη. Το καλάθι έπεσε από τα χέρια της γυναίκας και όλα της τα πράματα βρέθηκαν στο πάτωμα.

Ω Χριστέ μου, είπε η κοπέλα, χίλια συγνώμη δεν σας είδα, και αμέσως έσκυψε να την βοηθήσει να μαζέψει τα ψώνια της.

Δεν πειράζει, απάντησε εκείνη ήρεμα, δεν έγινε και κάτι.

Όταν όλα τα πράματα βρίσκονταν πάλι πίσω στο καλάθι, η γυναίκα σηκώθηκε, χαμογέλασε στο κορίτσι και έφυγε. Την συνάντησε πάλι στο ταμείο, εκείνη μόλις είχε πληρώσει και η κοπέλα περίμενε την σειρά της, δυο πελάτες πιο πίσω. Η γυναίκα την είδε να περιμένει, της χαμογέλασε ξανά και την χαιρέτησε κουνώντας το χέρι της. Το κορίτσι ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Τι καλή κυρία, σκέφτηκε. Πρέπει να ήταν γύρω στα 35, μελαχρινή με γλυκό πρόσωπο, μαύρα μεγάλα μάτια και όμορφα ρούχα. Δεν ήταν από τις γυναίκες που θα πρόσεχες για την ομορφιά τους αλλά ίσως για τον τρόπο που σε κοιτάνε, για τον τρόπο που κινούνται και μιλάνε. Στο κορίτσι άρεσαν αυτοί οι άνθρωποι. Τους έβρισκε πιο… ενδιαφέροντες. Επέστρεψε σπίτι, έφαγε και κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως από την κούραση. Την επόμενη μέρα ενώ γυρνούσε από την σχολή πέρασε ξανά μπροστά από το πάρκο με τα παιδιά. Χάζεψε για λίγο το παιχνίδι τους. Θυμήθηκε όταν ήταν και εκείνη παιδί, πως ξημεροβραδιάζοταν με τις φίλες της στα σοκάκια της δικής της γειτονιάς. Ξαφνικά δυο-τρία αγόρια τρέξανε, σκαρφάλωσαν στα κάγκελα που περιέβαλαν το πάρκο και άρχισαν να φωνάζουν:

Η τρελή! Να η τρελή! Που πας τρελή κυρία; Να ταΐσεις τα αδέσποτα; Ή να ακούσεις την θλιμμένη μουσική σου; Τρελή, τρελή! συνέχισαν να φωνάζουν κοροϊδευτικά και να γελάνε δυνατά.

Η κοπέλα γύρισε και κοίταξε προς την μεριά που φωνάζανε και δείχνανε τα παιδιά. Ήταν η γυναίκα από το σούπερ μάρκετ. Προχωρούσε γρήγορα στο απέναντι πεζοδρόμιο χωρίς να δίνει καμία σημασία στα παιδιά. Σταμάτησε λίγα μέτρα πιο κάτω, άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε από μέσα μια κονσέρβα με σκυλοτροφή. Γέμισε ένα πιάτο που βρισκόταν στο πεζοδρόμιο και έφυγε πάλι βιαστικά. Σύντομα ένα μεγάλο μαύρο σκυλί πλησίασε το πιάτο και άρχισε να τρώει.

Να και ο Πατάτας, είπαν τα αγόρια. Ο αγαπημένος σκύλος της τρελής.

Ε! φώναξαν τα υπόλοιπα παιδιά που είχαν μείνει πίσω. Αφήστε την τρελή και ελάτε κάποιος να μπει τέρμα. Άντε γιατί ο Γιάννης πρέπει να πάει σπίτι στις εννιά και θα πάρει και την μπάλα μαζί.

Τα αγόρια επέστρεψαν στους φίλους τους και συνέχισαν το παιχνίδι τους. Η κοπέλα συνέχισε και αυτή τον δρόμο της για το διαμέρισμα της σοκαρισμένη. Ένιωθε τόσο άσχημα για την καημένη την κυρία. Μα πως μπορούσαν αυτά τα παιδιά να είναι τόσο σκληρά μαζί της; Φυσικά είναι παιδιά και τα παιδιά είναι πάντα σκληρά όσον αφορά τις αντιδράσεις τους σε πράματα ή ανθρώπους που δεν τους αρέσουν, απέναντι σε ότι βρίσκουν αλλόκοτα διαφορετικό. Άραγε για ποιο λόγο να την φωνάζανε τρελή; Φαινόταν μια φυσιολογική γυναίκα. Έβγαλε τα κλειδιά από την τσάντα της και ξεκλείδωσε την πόρτα. Έπρεπε να ξεκινήσει την εργασία που τους είχε αναθέσει για την Δευτέρα ο καθηγητής της Μοριακής Βιολογίας αλλά δεν μπορούσε με τίποτα να συγκεντρωθεί, η σκέψη της γύριζε συνέχεια στην σκηνή που διαδραματίστηκε μπροστά της στο πάρκο. Τελικά αποκοιμήθηκε στον καναπέ με την τηλεόραση ανοιχτή. Σύντομα ήρθε το Σαββατοκύριακο και μαζί του και οι γονείς της. Η κοπέλα χάρηκε που τους είδε, της είχαν λείψει ήδη αρκετά, αν και όχι τόσο όσο να τους θέλει να μείνουν πάνω από ένα διήμερο.

Μα κοίταξε να δεις, αν είναι δυνατόν, γκρίνιαξε ως συνήθως η μητέρα της. Έκανε την μετακόμιση μόνη της. Αχ βρε κοριτσάκι μου, γιατί δεν μας περίμενες, σε δυο μέρες θα ερχόμασταν. Έκατσες και κουβάλησες τόσα πράματα μόνη σου.

Ε, εντάξει, σιγά ρε μαμά, δεν έχω και τόσα πολλά πράματα άλλωστε. Μόνο τα ρούχα μου και κάτι κατσαρολικά.

Η μητέρα της την αγκάλιασε και την φίλησε στο μέτωπο.

Τέλοσπαντων, είπε. Η γειτονιά τι λέει; Έκανες καμιά βόλτα να δεις πως είναι;

Ναι, έκανα. Καλή είναι, φαίνεται ασφαλής. Υπάρχει μια κυρία βέβαια… δεν ξέρω…

Τι κυρία; Τι έχει αυτή η κυρία; ρώτησε ο πατέρας της.

Δεν ξέρω, εμένα μου φαίνεται φυσιολογική αλλά τα παιδιά της γειτονιάς την φωνάζουνε τρελή.

Ποιος ξέρει γιατί, αναρωτήθηκε η μητέρα της.

Χμμ, έκανε ο πατέρας  της και η κοπέλα ήταν σίγουρη ότι σύντομα θα προσπαθούσε να μάθει τα πάντα για αυτή την κυρία.

Κι όντως έτσι έγινε. Την επόμενη κιόλας ημέρα ο πατέρας της είχε κάνει τις βόλτες του στη γειτονιά και είχε ρωτήσει σχεδόν τους πάντες για την…”τρελή”. Από ότι του είπανε λοιπόν, η γυναίκα είχε χάσει όλη της την οικογένεια σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα τρία χρόνια πριν. Βρίσκονταν καθ’οδόν να της κάνουν έκπληξη στα γενέθλια της αλλά δυστυχώς ένας νεαρός που είχε πιει λίγο παραπάνω έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και η ημέρα γιορτής μετατράπηκε σε ημέρα τραγωδίας. Μετά από αυτό η γυναίκα είχε κλειστεί στο διαμέρισμα της για έναν χρόνο περίπου. Έβγαινε έξω μόνο για τα απολύτως απαραίτητα. Δεν μιλούσε σε κανέναν. Κανείς δεν πίστευε ότι θα ξανάκουγαν την φωνή της. Κι όμως στα μισά του δεύτερου χρόνου μετά το δυστύχημα άρχισε πάλι να κυκλοφορεί. Κάτι είχε συμβεί, κάποιοι λέγαν ότι κάποιος άντρας είχε εμφανιστεί στη ζωή της και άρχισε ξανά να βγαίνει, να μιλάει, να χαμογελάει. Όμως δυστυχώς κι αυτό δεν κράτησε για πολύ. Κανείς δεν ξέρει τι συνέβη ακριβώς αλλά η γυναίκα κλείστηκε πάλι στο σπίτι της. Από τότε ασχολείται μόνο με τα αδέσποτα, τα οποία τα ταΐζει αλλά και τους μιλάει για διάφορα. Και κάπως έτσι τα παιδιά της γειτονιάς άρχισαν να την φωνάζουν τρελή. Όταν δεν βρίσκεται έξω με τα σκυλιά, κλείνεται στο διαμέρισμα της και ακούει μουσική. Οι γείτονες της λένε ότι παίζει συνέχεια τα ίδια θλιμμένα τραγούδια κάθε μέρα. Σπάνια να ακούσουν κάτι διαφορετικό και ακόμα πιο σπάνια να μην ακούσουν τίποτα. Αυτή ήταν η ιστορία της. Όταν την άκουσε η κοπέλα ένιωσε θλίψη αλλά και φόβο. Για κάποιο λόγο ευχόταν να μην την ξανασυναντήσει. Ίσως βαθιά μέσα της πίστευε κι αυτή, όπως τα παιδιά, ότι η γυναίκα αυτή έχει χάσει τα λογικά της, ότι έχει τρελαθεί. Οι δυο τους όμως ξανασυναντήθηκαν. Δυο εβδομάδες αργότερα η κοπέλα βρισκόταν στο τοπικό βιβλιοπωλείο, έψαχνε ένα καλό βιβλίο φαντασίας, να ξεφύγει λίγο από τα βιβλία της σχολής της για κύτταρα και γονίδια. Εκεί στο τμήμα της φανταστικής λογοτεχνίας την βρήκε η γυναίκα.

Γεια σου, της είπε.

Το κορίτσι γύρισε και την αντίκρισε σχεδόν με τρόμο. Προσπάθησε να το κρύψει ωστόσο όσο καλύτερα μπορούσε.

Με θυμάσαι; την ρώτησε εκείνη. Είχες πέσει πάνω μου μια μέρα στο σούπερ μάρκετ.

Ν-ναι, τραύλισε η κοπέλα, θυμάμαι. Συγνώμη, είπε αμήχανα.

Χα χα, ω μα τι συγνώμη μου ζητάς τώρα, μην είσαι ανόητη. Κοίταξε τα ράφια με τα βιβλία. Λοιπόν, σου αρέσουν τα βιβλία φαντασίας;

Ναι, πολύ. Ψάχνω για κάποιο καλό αλλά δεν ξέρω ποιο να διαλέξω.

Και εμένα μου αρέσουν τα βιβλία φαντασίας. Έχω ένα σωρό στο σπίτι μου. Και μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι είναι όλα πολύ καλά. Αν θέλεις κάποια μέρα μπορείς να περάσεις, να ρίξεις μια ματιά και να δανειστείς όποιο σου αρέσει. Είναι κρίμα να κάθονται εκεί και να μη τα διαβάζει κανείς, είπε και χαμογέλασε. Μένω στην γαλάζια πολυκατοικία, λίγο πιο κάτω από την δικιά σου, στον τρίτο όροφο.

Α, βεβαίως. Γιατί όχι; Θα περάσω κάποια μέρα, απάντησε μηχανικά το κορίτσι.

Τέλεια! Θα σε περιμένω! Φτιάχνω το καλύτερο κακάο της γειτονιάς, ότι πρέπει να συνοδεύσει ένα καλό βιβλίο, είπε εύθυμα η γυναίκα και χάιδεψε την κοπέλα απαλά στον ώμο προτού φύγει.

Η κοπέλα ένιωσε μια ανακούφιση που είχε τελειώσει αυτή η συζήτηση τόσο σύντομα. Φυσικά δεν θα πήγαινε στο σπίτι της για κανένα λόγο. Για τον επόμενο μήνα φρόντισε να μην περνάει έξω από την γαλάζια πολυκατοικία ενώ απέφευγε το σούπερ μάρκετ και το βιβλιοπωλείο και πραγματικά οποιοδήποτε άλλο κατάστημα της γειτονιάς της. Και έτσι για έναν μήνα δεν ξαναείδε την γυναίκα. Ώσπου ένα πρωί βγαίνοντας από την πολυκατοικία την βρήκε να την περιμένει απέξω. Κρατούσε στα χέρια της ένα βιβλίο και ένα μικρό κουτάκι.

Καλημέρα, της είπε με χαμόγελο όπως πάντα. Δεν θα σε απασχολήσω πολύ. Δεν ήρθες τελικά από το σπίτι όπως μου είπες, μάλλον είχες πολύ δουλειά με την σχολή ή ίσως να το ξέχασες.

Εεε, εμ ναι, προσπάθησε να δικαιολογηθεί το κορίτσι.

Δεν έχει σημασία, την διέκοψε η γυναίκα. Σκέφτηκα όμως να έρθω να σου δώσω το αγαπημένο μου βιβλίο μιας και εγώ θα φύγω σύντομα, οπότε μπορεί να μη με βρεις όταν θα θελήσεις να έρθεις. Ορίστε.

Η γυναίκα έδωσε στην κοπέλα ένα χοντρό βιβλίο που έγραφε απέξω “Ατέλειωτες Ιστορίες” του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν.

Α, Τόλκιν, είπε με θαυμασμό το κορίτσι.

Ναι. Αυτές είναι μερικές από τις ιστορίες που δεν τελείωσε ποτέ.. προφανώς, είπε και γέλασε. Και αυτό είναι ένα επιπλέον δώρο για σένα, είπε και της έδωσε το μικρό κουτί.

Μα, τι είναι; αναρωτήθηκε η κοπέλα περιεργάζοντας το κουτάκι.

Είναι ένα μουσικό κουτί. Είναι λίγο ανόητο ίσως αλλά είναι από τα αγαπημένα μου αντικείμενα. Μου το είχε χαρίσει κάποιος κάποτε. Κάποιος που ίσως τώρα να μη με θυμάται πια. Οπότε τώρα εγώ το δίνω σε σένα και σε παρακαλώ όποτε παίζεις την μουσική του να με θυμάσαι, μη με ξεχάσεις κι εσύ, είπε η γυναίκα θλιμμένα.

Όχι φυσικά. Εννοείται ότι θα σας θυμάμαι. Αλλά εσείς που θα πάτε; Είστε σίγουρη ότι δεν θέλετε να κρατήσετε το κουτί; Φαίνεται τόσο όμορφο.

Είναι όμορφο. Και η μουσική του είναι υπέροχη, αν και μελαγχολική. Είναι το μουσικό θέμα του Mancini από το ‘Ρωμαίος και Ιουλιέτα’. Εγώ θα πάω ένα ταξίδι και μάλλον θα αργήσω να γυρίσω. Και το κουτί δεν το χρειάζομαι πια. Ίσως ούτε το βιβλίο. Μπορείς να τα κρατήσεις και τα δυο. Να με θυμάσαι όσο θα λείπω, είπε η γυναίκα καθώς χάιδεψε τα μαλλιά του κοριτσιού, χαμογέλασε για τελευταία φορά και απομακρύνθηκε.

Το κορίτσι διάβασε το βιβλίο και έπαιζε το μουσικό κουτί αρκετά συχνά. Η μουσική του ήταν όντως πανέμορφη. Ένα βράδυ αποφάσισε να πάει από το σπίτι της γυναίκας, να την ευχαριστήσει. Θα είχε επιστρέψει από το ταξίδι της σίγουρα, είχε περάσει αρκετός καιρός. Και τελοσπάντων, η κοπέλα αποφάσισε ότι δεν υπήρχε λόγος πια να την φοβάται. Δεν ήταν τρελή όπως πίστευαν τα παιδιά, ήταν απλά μια θλιμμένη κυρία που η ζωή της  φέρθηκε άσχημα. Ίσως τελικά να γίνονταν φίλες. Άλλωστε φαίνεται ότι είχαν αρκετά κοινά. Και σίγουρα αυτό θα την χαροποιούσε ιδιαίτερα. Δεν θα μίλαγε πια μόνο στα σκυλιά, θα είχε έναν άνθρωπο να μιλάει. Αυτή η σκέψη έκανε το κορίτσι να αισθανθεί όμορφα και σηκώθηκε γρήγορα να πάει στην γαλάζια πολυκατοικία, στον τρίτο όροφο. Απορούσε πως δεν το είχε κάνει νωρίτερα. Είχε αφήσει όλες αυτές τις φήμες, τις ιστορίες και τον φόβο να την επηρεάσουν. Ανόητη, σκέφτηκε, φέρθηκες σαν τα παιδιά της γειτονιάς. Καλά που δεν σκαρφάλωσες κι εσύ στα κάγκελα του πάρκου και να αρχίσεις να φωνάζεις “Η τρελή, η τρελή!”. Είσαι πραγματικά ανόητη! Με αυτές τις σκέψεις έφτασε έξω από την γαλάζια πολυκατοικία. Υπήρχε κόσμος μαζεμένος. Ξαφνικά μια σειρήνα ακούστηκε. Ήταν ένα περιπολικό. Σταμάτησε δίπλα της, οι αστυνομικοί κατέβηκαν και άρχισαν να απομακρύνουν τον κόσμο από την είσοδο. Η κοπέλα άρπαξε από το μπράτσο ένα πιτσιρίκι που περνούσε τρέχοντας από δίπλα της εκείνη τη στιγμή.

Τι συνέβη; το ρώτησε. Γιατί τόσος κόσμος; Τι θέλει η αστυνομία εδώ;

Η τρελή, της απάντησε.

Η τρελή τι; ρώτησε ανυπόμονα το κορίτσι.

-Η τρελή έφυγε. Δεν θα την ξαναδούμε. Η μαμά μου λέει ότι είναι καλύτερα έτσι. Την βρήκαν να κουνιέται πέρα δώθε από ένα σκοινί κρεμασμένο από το ταβάνι. Ο φίλος μου την είδε. Την είδε από το παράθυρο. Κουνιόταν πέρα δώθε. Σαν ρολόι μου είπε. Πέρα δώθε.

Η κοπέλα τρομοκρατημένη άφησε το παιδί από το χέρι. Έτρεμε ολόκληρη. Τα μάτια της βούρκωσαν. Έφυγε τρέχοντας και γύρισε στο σπίτι της όπου ξέσπασε σε κλάματα. Αποκοιμήθηκε κλαίγοντας. Το πρωί ξύπνησε και με το που άνοιξε τα μάτια της όλα όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ πλημμύρισαν ξανά το μυαλό της. Άρπαξε το κινητό της.

Παρακαλώ; ακούστηκε η φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής.

Μαμά; είπε το κορίτσι.

Έλα κοριτσάκι μου, τι έγινε;

Θα έρθετε το Σαββατοκύριακο;

Θα έρθουμε αν θέλεις. Θα έρθουμε το Σάββατο το πρωί και θα φύγουμε την Κυριακή το βράδυ όπως πάντα.

Όχι, να μην φύγετε, να μείνετε μαμά, σε παρακαλώ να μείνετε λίγο παραπάνω αυτή τη φορά. Και κάθε φορά. 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s