death-maiden
Adolf Hering, Der Tod und das Madchen (Death and the Maiden), 1900

Το σκοτάδι γινόταν όλο και πιο βαθύ μέσα στο πυκνό δάσος καθώς η ώρα περνούσε και η γυναίκα δεν μπορούσε να βρει αυτό που έψαχνε. Είχε χάσει πια την αίσθηση του χρόνου. Δεν θυμόταν πόση ώρα τριγύριζε ανάμεσα στα ψηλά δέντρα, σκοντάφτοντας σε ρίζες, με το μακρύ της φόρεμα να γαντζώνεται σε αγκαθωτούς θάμνους και τα μαλλιά της να μπλέκονται σε κλαριά. Ίσως να ήταν λεπτά, ίσως ήταν ώρες, ίσως πάλι να ήταν μέρες, μήνες. Έπρεπε να βρει πάση θυσία αυτό για το οποίο είχε έρθει και δεν θα έφευγε από εκεί προτού το καταφέρει. Τα πόδια της πονούσαν μα εκείνη δεν σταματούσε, στηριζόμενη στους κορμούς των δέντρων προχωρούσε όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος. Κάποια στιγμή ο αστράγαλος της μπλέχτηκε για τα καλά στα χαμόκλαδα κάποιων θάμνων, έχασε την ισορροπία της και βρέθηκε στο υγρό χώμα. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν είχε την δύναμη και έτσι έμεινε κάτω. Σύρθηκε με κόπο και ακούμπησε την πλάτη της στον κορμό μιας πελώριας βελανιδιάς. Έστρεψε τα μάτια της προς τον ουρανό. Δεν μπορούσε να δει κανένα φως, ήταν μια νύχτα χωρίς φεγγάρι και τα σύννεφα έκρυβαν όλα τα αστέρια. Ξαφνικά είδε να αιωρείται από πάνω της μια σκοτεινή φιγούρα, πιο μαύρη κι από το ίδιο το σκοτάδι. Η φιγούρα προσγειώθηκε ακριβώς μπροστά της και η γυναίκα μπορούσε πλέον να παρατηρήσει καθαρά την μορφή της. Φορούσε έναν μαύρο μακρύ μανδύα, με φαρδιά μανίκια ενώ η κουκούλα που έπεφτε χαμηλά μπροστά κάλυπτε το μισό του πρόσωπο και έτσι η γυναίκα δεν μπορούσε να διακρίνει κανένα χαρακτηριστικό. Σήκωσε αργά το χέρι και έδειξε προς το μέρος της, αποκαλύπτοντας το κοκάλινο δάχτυλο του.

Τι γυρεύεις εδώ; ακούστηκε η φωνή του ανατριχιαστική και απόκοσμη.

Αυτό που γύρευα μόλις το βρήκα, απάντησε εκείνη ψύχραιμα.

Η σκοτεινή μορφή πλησίασε κι άλλο την γυναίκα και έσκυψε να την παρατηρήσει καλύτερα. Εκείνη ένιωσε το ψύχος της παρουσίας του και ρίγος διαπέρασε όλο της το κορμί.

-Είσαι τόσο νέα. Ξέρεις ποιος είμαι;

Ξέρω.

Τότε θα ξέρεις και ότι δεν είμαι εγώ αυτό που ψάχνεις. Καλύτερα να φύγεις από εδώ, είπε και γύρισε την πλάτη του.

Όχι, είπε η γυναίκα αποφασιστικά και σηκώθηκε όρθια με κόπο. Δεν φεύγω. Σε έψαχνα τόσο καιρό μέσα σε αυτό το ζοφερό μέρος και τώρα που σε βρήκα θα με πάρεις μαζί σου. Μόνο έτσι θα φύγω από εδώ.

Φύγε ανόητη! μούγκρισε εκείνος. Βγες από αυτό το καταραμένο δάσος όσο είναι ακόμα νωρίς και μην ξαναγυρίσεις!

Νομίζεις ότι είναι η πρώτη μου φορά εδώ; Έχω έρθει ξανά… πολλές φορές, το ξέρω αυτό το μέρος πολύ καλά. Ποτέ όμως δεν έφτασα τόσο βαθιά μέσα στο δάσος, πάντα φοβόμουν τι θα έβρισκα και αργά ή γρήγορα έφευγα. Αυτή τη φορά όμως είναι διαφορετικά. Δεν φοβάμαι πια. Κατάλαβα ότι εσύ κρύβεσαι εδώ μέσα, ότι είσαι η απάντηση σε όλα όσα ταλαιπωρούν το μυαλό μου και την καρδιά μου και ήρθα να σε βρω. Θέλω να τελειώσουν όλα.

Δεν φοβάσαι;! Δεν υπάρχει τίποτα αν έρθεις μαζί μου, το μόνο που θα βρεις θα είναι το απόλυτο κενό. Δεν φοβάσαι το κενό;

Ζω καιρό με το κενό, είπε η γυναίκα και ακούμπησε το χέρι της στο στήθος της. Δεν το φοβάμαι, ούτε αυτό ούτε εσένα.

Κι όμως θα έπρεπε. Μόνο οι τρελοί και οι ανόητοι δεν φοβούνται τον θάνατο.

Πες με τρελή, πες με ανόητη, δεν με νοιάζει, εγώ πίσω δεν γυρίζω. Κουράστηκα εκεί. Κουράστηκα την άδεια μου ζωή. Πάρε με μαζί σου σε παρακαλώ, δεν ξέρεις πόσο υποφέρω, πάρε με μαζί σου.

Πόσο υποφέρεις;! Νομίζεις ότι ξέρεις πώς είναι να υποφέρεις, τι θα πει πραγματικός πόνος; Δεν ξέρεις τίποτα! Αυτό που αισθάνεσαι δεν είναι ούτε μια σταγόνα από την τρικυμία που κουβαλάω. Εγώ είμαι ο πόνος! είπε ο Θεριστής και άνοιξε διάπλατα τα χέρια του ενώ ανυψώθηκε αρκετά εκατοστά από το έδαφος.

Αστραπές έσκισαν τον ουρανό και ένας ψυχρός άνεμος άρχισε να φυσάει. Ο μαύρος του μανδύας απλώθηκε στον αέρα και κάλυψε με το σκοτάδι του ότι μπορούσε να δει μπροστά της η γυναίκα.

Έχεις άραγε ιδέα πόσες ψυχές έχω πάρει μέσα στους αιώνες; συνέχισε ο Θεριστής με φωνή τρομερή. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, μια άβυσσος ψυχών. Ψυχές που ήρθαν σε εμένα από πολέμους, επιδημίες, αρρώστιες, πείνα. Και ψυχές σαν την δικιά σου, που ήρθαν μόνες τους, με τη θέληση τους, άπειρες ψυχές. Αλλά δεν παίρνω μόνο τις ψυχές μαζί μου, παίρνω και την απελπισία τους, τον πόνο τους. Τα σέρνω μαζί μου όπου πηγαίνω, σαν τις αλυσίδες που σέρνει μαζί του ένας φυλακισμένος, βαραίνοντας τον. Γιατί νομίζεις είμαι σκοτάδι; Ο πόνος είναι σκοτάδι, είπε και με μια κίνηση η μορφή του διαλύθηκε και έγινε μαύρος καπνός.

Καπνός που τύλιξε την γυναίκα και άρχισε να την πνίγει. Η γυναίκα δεν μπορούσε να ανασάνει.

Αυτό θέλεις; ακούστηκε η φωνή του Θεριστή ψιθυριστή. Αυτό είναι που πραγματικά ποθείς, αυτό νομίζεις ότι θα σε σώσει; Απάντησε μου, αυτήν την αγωνία του θανάτου αναζητάς;

Η γυναίκα αισθάνθηκε το παγωμένο άγγιγμα του να σφίγγει όλο και περισσότερο τον λαιμό της. Αγωνία και απελπισία τέτοια που δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά στη ζωή της την πλημμύρισε. Δάκρυσε και έμπηξε τα νύχια της στο μπράτσο της.

Ναι, αυτό θέλω, κατάφερε να ψελλίσει ανάμεσα στα αναφιλητά της και στην προσπάθεια της να ανασάνει.

Ο Θεριστής την απελευθέρωσε και επέστρεψε στην ανθρωπόμορφη σκοτεινή υπόσταση του. Η γυναίκα βρέθηκε ξανά στο χώμα, να κλαίει, αδύναμη προσπαθούσε να συνέλθει. Εκείνος την πλησίασε, γονάτισε δίπλα της και της σκούπισε τα δάκρυα με τα οστέινα δάχτυλα του.

Είσαι τόσο όμορφη, της είπε. Θέλω να σε πάρω μαζί μου, να ξερες πόσο το θέλω. Ζηλεύω την ζωή που υπάρχει ακόμα μέσα σου, τα ρόδινα μάγουλά σου, τα κόκκινα χείλη σου, τα ζωηρά σου μάτια. Τα όνειρα που κάνεις τα βράδια όταν κοιμάσαι, το γέλιο σου, το κλάμα σου, το πάθος σου, όλα όσα μπορείς να αισθάνεσαι. Αλλά μαζί μου όλα αυτά θα χάνονταν. Θα μαράζωνες και δεν θα έμενε τίποτα παρά ένα άδειο κορμί. Θα είχα τον πόνο σου μέσα μου και ένα άδειο κορμί στα χέρια μου. Φύγε. Δεν ανήκεις εδώ με εμάς, γύρνα πίσω από εκεί που ήρθες.

Η γυναίκα έκπληκτη από τα λόγια του κοίταξε το απέραντο σκοτάδι κάτω από την κουκούλα με δάκρυα ακόμα στα μάτια.

Και τι να κάνω πίσω; τον ρώτησε.

Ζήσε, της απάντησε και χάθηκε μαζί με το σκοτεινό δάσος, μια για πάντα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s