jnh
Jekyll και Hyde από Tim Lane

Η ώρα είχε πάει κιόλας 8 και μισή. Έξω είχε σκοτεινιάσει και κανένας δεν είχε μείνει στα γραφεία του εργαστηρίου εκτός από εκείνη. Έπρεπε να τελειώσει την αναφορά που της ζήτησε το αφεντικό της πριν το σαββατοκύριακο. Λάτρευε πραγματικά την δουλειά της αλλά αυτές οι τυπικές συναντήσεις, όπου έπρεπε να αναλύσουν εις βάθος ότι κατέβαινε στο κεφάλι του αφεντικού της εκείνη τη στιγμή, την κούραζαν και ενίοτε την άγχωναν. Θα τελείωνε την ανάλυση των τελευταίων δεδομένων και θα πήγαινε σπίτι σύντομα. Δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει, ένιωθε ότι η επίδοση της είχε πέσει και χρειαζόταν ξεκούραση. Τα μάτια της έτσουζαν, το κεφάλι της βούιζε και η μέση της πονούσε. Είμαι ένα πτώμα… πάλι! σκέφτηκε και τεντώθηκε για να ξεπιαστεί. Σηκώθηκε να περπατήσει λίγο μέσα στο μικρό γραφείο της για να συνέλθει. Το βλέμμα της έπεσε στην φωτογραφία που είχε κολλημένη στον τοίχο, λίγο πιο πάνω από την οθόνη του υπολογιστή. Η γιαγιά της χαμογελαστή στην αυλή του σπιτιού της, με την μαύρη μαντήλα της κολλημένη πάντα στο κεφάλι της, να καλύπτει τα κάτασπρα μαλλιά της. Είχε πεθάνει πέρυσι σε ηλικία 97 ετών. Ήταν τόσο ηλικιωμένη που η κοπέλα είχε αρχίσει να πιστεύει ότι η μέρα που θα έφευγε θα αργούσε πολύ ακόμα. Κι όμως ήρθε. Κι εκείνη δεν ήταν εκεί. Δεν μπορούσε γιατί ζούσε και δούλευε σε άλλη χώρα από αυτήν που μεγάλωσε. Δεν την είδε να μένει στο κρεβάτι, να μην μπορεί να σηκωθεί και να παραπονιέται ότι πονάει παντού. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Δεν θα ήθελε να θυμόταν αυτή σαν την τελευταία εικόνα της γιαγιάς της. Η γιαγιά της ήταν παραπονιάρα αλλά πάντα δραστήρια… και ξεροκέφαλη! Όπως ήταν και η ίδια. Πολλές φορές σκεφτόταν πόσο πολύ έμοιαζαν και φοβόταν μην καταλήξει σαν αυτήν. Να παραπονιέται συνέχεια ότι είναι μόνη της ενώ στην πραγματικότητα πάντα κάποιος προσπαθούσε να είναι δίπλα της. Όταν ήρθε το τέλος όμως έτσι την βρήκε, μόνη. Κανένας δεν ήταν δίπλα της εκείνη την μοναδική στιγμή που έκλεισε τα μάτια της για πάντα, που το στήθος της σταμάτησε να ανεβοκατεβαίνει στον αργό ρυθμό της αναπνοής της. Όταν ο γιος της, ο πατέρας της κοπέλας, έφτασε εκεί είχε φύγει ήδη. Αυτό στεναχωρούσε πιο πολύ από όλα την κοπέλα. Όχι που δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που είδε την γιαγιά της ή ποια ήταν τα τελευταία λόγια που της είπε. Μόνο το ότι ήταν μόνη της όταν ήρθε η ώρα της. Και αυτό φοβόταν και για τον εαυτό της. Φοβόταν να πεθάνει μόνη. Η κοπέλα ήπιε λίγο από το τσάι της που είχε πια κρυώσει και αφού έδιωξε αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της, κάθισε να συνεχίσει την δουλειά της. Ξαφνικά άκουσε ένα ρυθμικό χτύπημα στην πόρτα. Μα ποιος να είναι, αναρωτήθηκε, όλοι έχουν πάει σπίτι τους τέτοια ώρα. Ίσως ο θυρωρός.

– Περάστε, είπε τελικά.

Η πόρτα άνοιξε αργά και μια κοπέλα μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Στάθηκε απέναντι της και την κοίταξε με ένα ανατριχιαστικό χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη της. Εκείνη πάγωσε από τον φόβο της. Κοίταγε το κορίτσι που μπήκε στο γραφείο της και δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ήταν ίδια εκείνη. Ολόιδια. Ακόμα και τα ρούχα που φορούσε ήταν ίδια με τα δικά της. Είχε τα μαλλιά της, το πρόσωπο της, ακόμα και την ελιά στο δεξί της μάγουλο, ίδια μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Ήταν λες και κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Όμως τα μάτια της ήταν κατάμαυρα, όχι καστανά. Αυτή ήταν η μοναδική τους διαφορά.

– Καλά ακόμα εδώ είσαι; της είπε η σωσίας της και η κοπέλα διαπίστωσε ότι ακόμα και η φωνή της ήταν ίδια με την δικιά της. Δεν έχεις βαρεθεί να δουλεύεις σαν σκλαβάκι τόσο καιρό; Πραγματικά δεν σε καταλαβαίνω. Χαραμίζεις όλο σου το χρόνο σε αυτή την δουλειά.

Ενώ μιλούσε προχώρησε με άνεση και πήρε μια καρέκλα, την τοποθέτησε δίπλα στην κοπέλα και κάθισε.

– Οκ, το δέχομαι, σου αρέσει πολύ αυτό που κάνεις αλλά έλεος ρε κοπέλα μου! Μήπως να ζήσεις και λίγο; Ξέρεις… προσωπική ζωή; είπε κοροϊδευτικά.

– Συγνώμη, ψέλλισε τελικά η κοπέλα, γνωριζόμαστε;

– Ουφ, έχεις αρχίσει και με κουράζεις. Κάθε φορά τα ίδια. Οι ίδιες ερωτήσεις, η ίδια υστερία. Ναι, προφανώς και γνωριζόμαστε ανόητη. Αλλά δεν θα μπω σε λεπτομέρειες αυτή την φορά, δεν έχω πολύ χρόνο. Είσαι ήδη πολύ κουρασμένη.

– Δεν καταλαβαίνω, είπε η κοπέλα.

– Δεν το περίμενα κιόλας, κορόιδεψε εκείνη.

– Μου μοιάζεις απίστευτα πολύ, είπε η κοπέλα ξανά σαν χαμένη.

– Δεν σου μοιάζω καθόλου, είπε εκείνη απότομα. Είμαι όλα αυτά που δεν είσαι εσύ. Για αυτό είμαι εδώ. Αχ, σε παρακαλώ, ας μη χρονοτριβούμε άλλο, απλά πιάσε το χέρι μου και πάμε να φύγουμε.

Η σωσίας τέντωσε το χέρι της προς το μέρος της κοπέλας. Εκείνη ενστικτωδώς σηκώθηκε από την καρέκλα της και τραβήχτηκε μακριά.

– Πφφφ, δεν το πιστεύω ότι θα το κάνουμε πάλι αυτό, μουρμούρισε η κοπέλα με τα μαύρα μάτια. Έλα, μην είσαι τόσο φοβητσιάρα. Πιάσε το χέρι μου. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα έρθεις μαζί μου. Έλα, της είπε ξανά και σηκώθηκε και εκείνη όρθια, κρατώντας πάντα το χέρι προτεταμένο προς την κοπέλα.

Η κοπέλα κοιτούσε το χέρι αλλά για κάποιο λόγο δίσταζε να το αγγίξει.

– Έλα! της είπε ξανά ανυπόμονα. Θέλεις ή δεν θέλεις να φύγουμε επιτέλους από εδώ μέσα και να πάμε σπίτι να αράξουμε; Πιάσε το χέρι μου.

Η κοπέλα δεν έκανε καμία κίνηση.

– Τελείωνε! φώναξε τελικά η σωσίας της εκνευρισμένη, τρομάζοντας την. Δώσε μου το χέρι σου! και με μια κίνηση άρπαξε με βία την κοπέλα από τον καρπό.

Η κοπέλα ένιωσε έναν οξύ πόνο και στη συνέχεια ένα μούδιασμα. Κοίταξε τρομοκρατημένη στο σημείο που την κρατούσε η σωσίας της. Μια μαύρη μάζα με χιλιάδες έρποντα πλοκάμια ξεχυνόταν από την παλάμη εκείνης και απλωνόταν στο δικό της χέρι. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα είχε καλυφθεί ολόκληρο από την μαύρη μάζα έως τον ώμο και το ένιωθε πια να καίει. Τα πλοκάμια πλησίασαν στο λαιμό της και τώρα τεντώνονταν προς το πρόσωπο της. Εκείνη τη στιγμή κοίταξε την σωσία της. Το πρόσωπο της είχε παραμορφωθεί από μια φρικτή έκφραση κακίας και ευχαρίστησης ενώ τα μάτια της, που πλέον είχαν μαυρίσει ολότελα, χωρίς ίχνος λευκού, παρακολουθούσαν αχόρταγα την απελπισμένη κοπέλα. Το κορίτσι προσπάθησε να ξεφύγει αλλά η λαβή της σωσίας της ήταν πολύ ισχυρή.

– Σταμάτα να αντιστέκεσαι, απλά άφησε το να σε πάρει, είπε η σωσίας με μια σφυριχτή φωνή σαν φίδι.

Τα μαύρα πλοκάμια είχαν καλύψει σχεδόν το μισό πρόσωπο της κοπέλας. Άρχισε να ουρλιάζει και να ζητάει βοήθεια. Εκείνη τη στιγμή αγωνίας το βλέμμα της έπεσε ξανά στην φωτογραφία της γιαγιάς της. Η κοπέλα ξαφνικά πιο ήρεμη άρπαξε την κούπα με το τσάι από το γραφείο της και το πέταξε στο πρόσωπο της σωσίας της. Εκείνη αιφνιδιάστηκε και χαλάρωσε τη λαβή της. Η κοπέλα μάζεψε όλες της τις δυνάμεις και για τελευταία φορά προσπάθησε να ξεφύγει. Τα κατάφερε και έτρεξε προς την πόρτα.

– Αααα! ούρλιαξε η σωσίας. Γύρνα πίσω, γύρνα πίσω!  φώναξε και ξεχύθηκε πίσω της.

Η κοπέλα έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πέρασε από τον διάδρομο σαν σφαίρα και άρχισε να κατεβαίνει την μεγάλη σκάλα. Η μαύρη μάζα είχε τώρα ξεραθεί και έτσι κατάφερε να την τινάξει από πάνω της καθώς έτρεχε. Κοίταξε πίσω της φευγαλέα και μπόρεσε να δει την σωσία της στην κορυφή της σκάλας. Την ακολουθούσε και την πλησίαζε όλο και περισσότερο. Έφτασε στον τελευταίο διάδρομο προτού την έξοδο. Με κομμένη ανάσα συνέχισε ακάθεκτη. Δεν ήθελε να κοιτάξει πίσω της, φοβόταν ότι θα έβλεπε εκείνη ακριβώς πίσω της, έτοιμη να την αρπάξει. Έφτασε στην πόρτα της εξόδου και έπεσε με δύναμη πάνω της. Ήταν κλειδωμένη.

– Όοοχι! ούρλιαξε η κοπέλα.

Κοίταξε πίσω. Η σωσίας της βρισκόταν ελάχιστα μέτρα μακριά της. Γύρισε προς την πόρτα και άρχισε να την ταρακουνάει με δύναμη.

– Ε! Ε! ακούστηκε μια αντρική φωνή. Τι κάνεις εκεί;

Η κοπέλα γύρισε και αντίκρισε τον θυρωρό.

– Άνοιξε μου σε παρακαλώ, άνοιξε μου γρήγορα.

– Ηρέμησε, θα σου ανοίξω. Τι έπαθες; Είσαι καλά; την ρώτησε ο θυρωρός απορημένος.

– Αυτή, με κυνηγάει αυτή, είπε η κοπέλα τρομοκρατημένη δείχνοντας προς τα πίσω, στον μεγάλο διάδρομο.

Ο θυρωρός γύρισε και κοίταξε τον άδειο διάδρομο. Δεν ήταν κανείς.

– Ποια αυτή; αναρωτήθηκε.

– Αυτή, είπε η κοπέλα που τα είχε πλέον χαμένα. Μια κοπέλα ίδια με εμένα. Ήταν ακριβώς πίσω μου.

Ο θυρωρός την κοίταξε με δυσπιστία.

– Λοιπόν, τώρα δεν βλέπω τίποτα. Ίσως να χρειάζεσαι ξεκούραση, δούλευες μέχρι αργά, είπε καθώς άνοιγε την πόρτα. Ορίστε. Πήγαινε σπίτι και θα σε συμβούλευα να μη γυρίσεις προτού ξεκουραστείς αρκετά.

– Ναι, μουρμούρισε η κοπέλα ενώ χάζευε ακόμα τον άδειο διάδρομο, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να εμφανιστεί η σωσίας της και να αρχίσει να την κυνηγάει ξανά.

– Εμπρός λοιπόν, σπίτι, την επανέφερε στην πραγματικότητα ο θυρωρός.

– Ναι, συγνώμη, καληνύχτα, είπε και βγήκε έξω.

Η κοπέλα έμεινε και παρακολούθησε τον θυρωρό να κλειδώνει την πόρτα πίσω της. Ύστερα από λίγο πήρε τον δρόμο για το σπίτι της. Συχνά γυρνούσε και κοιτούσε μη τυχόν κάποιος την ακολουθούσε μέσα στα σκοτάδια αλλά ποτέ δεν έβλεπε κανέναν. Ήταν Παρασκευή βράδυ και υπήρχε αρκετός κόσμος στα σοκάκια της πόλης. Μήπως ήταν όλα της φαντασίας μου; άρχισε να αναρωτιέται η κοπέλα. Ήταν τόσο τρελό! Ίσως ο θυρωρός να είχε δίκιο και να χρειάζομαι απλά ξεκούραση. Με αυτές τις καθησυχαστικές σκέψεις έφτασε στο μικρό της διαμέρισμα. Στην αυλή κάθονταν οι δυο ηλικιωμένοι γείτονες της και χάζευαν την θέα της θάλασσας με τα φωτισμένα καραβάκια στο λιμάνι. Τους χαιρέτισε και τους ευχήθηκε καλό βράδυ ενώ έψαχνε να βρει τα κλειδιά της εξώπορτας μέσα στην τσάντα της. Όταν τελικά τα βρήκε ξεκλείδωσε, μπήκε μέσα, πέταξε την τσάντα στο πάτωμα και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Πήγε κατευθείαν στο μπάνιο να πλυθεί μπας και συνέλθει από αυτή την περιπέτεια. Αφού έριξε άφθονο νερό στο πρόσωπο της, κοίταξε στον καθρέφτη. Της φαινόταν τόσο αστείο τώρα.

– Λοιπόν, τι θα γίνει; είπε στο είδωλο της. Θα παίξουμε ξύλο πάλι; είπε και γέλασε.

Βγήκε από το μπάνιο και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο της. Ήταν τόσο κουρασμένη που δεν σκέφτηκε καν να φάει κάτι παρότι η κοιλιά της γουργούριζε σαν τρελή. Ήθελε απλά να ξαπλώσει στο κρεβάτι της και να την πάρει κατευθείαν ο ύπνος. Αν και μάλλον αυτό θα ήταν δύσκολο με όλη αυτήν την υπερένταση, συν το άγχος της αναφοράς. Άνοιξε το φως του δωματίου. Στο κρεβάτι καθόταν εκείνη. Τώρα φορούσε τις πυτζάμες της. Έγυρε αργά το κεφάλι της στο πλάι ενώ τα μάτια της έγιναν πάλι ολόμαυρα.

– Έλατης είπε και έκανε χώρο δίπλα της για να καθίσει η κοπέλα. Σε περίμενα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s