legolas_and_gimli_depart_by_turnermohan-d7tlq8m

“Η Αναχώρηση του Legolas και του Gimli” του TurnerMohan.
“Ακούστηκε ότι ο Legolas πήρε μαζί του τον Gimli, γιο του Gloin, λόγω της μεγάλης τους φιλίας, μεγαλύτερης οποιασδήποτε έχει υπάρξει μεταξύ Ξωτικού και Νάνου. Εάν αυτό αληθεύει, τότε είναι παράξενο πραγματικά: το ότι ένας Νάνος άφησε πρόθυμα την Μέση-Γη για όποια αγάπη, ή το ότι οι Eldar τον δέχτηκαν, ή ότι οι Άρχοντες της Δύσης το επέτρεψαν. Λέγεται όμως ότι ο Gimli οδηγήθηκε επίσης από την επιθυμία του να δει ξανά την ομορφιά της Galadriel και ίσως εκείνη, σαν ισχυρή ανάμεσα στους Eldar, πήρε αυτή την χάρη για εκείνον. Περισσότερα δεν μπορούν να ειπωθούν για αυτό το θέμα.” – Η Επιστροφή του Βασιλιά, Παράρτημα Α, J.R.R.Tolkien.

Ο ήλιος βυθιζόταν αργά στα νερά της θάλασσας βάφοντας τα κύματα πορτοκαλί ενώ το παγκάκι στην άκρη του λόφου περίμενε υπομονετικά την άφιξη των συνηθισμένων επισκεπτών του. Η μέρα ήταν ζεστή και ένα ελαφρύ αεράκι ανάδευε απαλά τα φύλλα των δέντρων του δάσους. Ήταν ένα ακόμα ήσυχο φθινοπωρινό απόγευμα, εκεί ανάμεσα στα δύο βασίλεια, μακριά από την φασαρία των ανθρώπων και την καθημερινότητα τους, μέσα στην ηρεμία και την γαλήνη της φύσης.

Σύντομα ο ένας από τους δυο φίλους έκανε την εμφάνιση του. Ξεπρόβαλε ανάμεσα από τα δέντρα, περπατώντας ανάλαφρα πάνω στο γρασίδι, χωρίς να βγάζει ήχο, περήφανος και λυγερόκορμος, όπως πάντα. Κάθισε στο παγκάκι, στην αριστερή μεριά, και ατένιζε τον ωκεανό ενώ ο άνεμος χάιδευε τα μακριά, μεταξένια, κατάξανθα μαλλιά του. Οι άνθρωποι της φυλής του ήταν όλοι έτσι, αέρινοι, πανέμορφοι και ατάραχοι. Σαν… σαν ξωτικά αλήθεια! Ναι, αυτά που διαβάζετε στα βιβλία του Τόλκιν, τόσο όμορφα και χαρισματικά πλάσματα! Και ο άλλος, αυτός ο φίλος που περίμενε να κάτσει στο παγκάκι μαζί του, στην δεξιά μεριά… μπορείτε αλήθεια να φανταστείτε πως έμοιαζε ο φίλος του ξωτικού μας; Ναι, σωστά το μαντέψατε! Ήταν ένας νάνος! Ένας νάνος με τα όλα του, έτσι όπως ακριβώς ξέρουμε ότι είναι οι νάνοι. Τροφαντός, με μια κατακόκκινη γενειάδα και ολοστρόγγυλη μύτη. Σύντομα κατέφθασε και αυτός, βαρυανασαίνοντας και αγκομαχώντας. Στο χέρι του είχε το πιστό του τσεκούρι, στο οποίο τώρα στηριζόταν καθώς ανέβαινε την πλαγιά με δυσκολία, τσαλαπατώντας ατσούμπαλα χόρτα και λουλούδια. Ένα ζευγάρι κίσσες πέταξαν μακριά με το που αντιλήφθηκαν τον θορυβώδες νάνο να πλησιάζει. Ακούγοντας τον σαματά που προκάλεσε ο φίλος του, το ξωτικό χαμογέλασε.

Ήρθες, φίλε μου; του είπε. Αν δεν έβλεπα τις κίσσες να απομακρύνονται, δεν θα σε είχα καταλάβει.

Μμμφφ, μόρφασε ο νάνος, κόψε τα αστεία. Τα αυτιά σου είναι τόσο μεγάλα που και καρφίτσα να πέσει στην μέση αυτού του δάσους, εσύ θα την ακούσεις από εδώ που κάθεσαι, είπε και βολεύτηκε δίπλα στο ξωτικό.

Ακούμπησε το τσεκούρι του πλάι στο τόξο του φίλου του (ναι, φυσικά και το ξωτικό είχε τόξο μαζί του, αυτή η ιστορία δεν θα σπάσει κανένα στερεότυπο), χάιδεψε την πυκνή του γενειάδα και απόλαυσε και αυτός την μαγευτική θέα του ηλιοβασιλέματος.

Ξέρω ότι συχνά παραπονιέμαι για το σημείο της συνάντησης μας, είπε, τόσο μακριά και τόσο ψηλά, αλλά, διάολε, κάθε φορά που βλέπω αυτό τα ξεχνάω όλα.

Το ξωτικό χαμογέλασε ξανά.

Λοιπόν φίλε μου, είπε τελικά όταν ο ήλιος είχε βυθιστεί κατά τα τρία τέταρτα στην θάλασσα, ποια είναι η ανησυχία σου σήμερα; Για τι πράμα θες να μιλήσουμε;

Μμμφφφ, δεν ξέρω, το μυαλό μου είναι ανάστατο. Ο θείος μου ο Μέρυλ ο Τελευταίος Σφυρηλάτης, ο μεγάλος αδελφός του πατέρα μου, είναι στα τελευταία του. Εκατόν εξήντα πέντε ετών παρακαλώ, δεν είναι και λίγο!

Όχι, γέλασε το ξωτικό. Δεν είναι λίγο… για νάνο, είπε και έκανε και τον νάνο να γελάσει.

Με βάζει σε σκέψεις ξέρεις, συνέχισε ο νάνος. Η γυναίκα του, η θεία μου η Φοντάρια, μας άφησε πριν τριάντα πέντε χρόνια… πολύ καιρό πριν, με δυσκολία θυμάμαι πλέον την μορφή της και… αναρωτιέμαι αν θα μπορέσουν να βρουν ο ένας τον άλλον μετά.

Μετά; αναρωτήθηκε το ξωτικό και κοίταξε τον νάνο με απορία. Μετά που;

Στο Μετά ντε! Ξέρεις, μετά τον θάνατο, όταν οι ψυχές ενώνονται.

Λυπάμαι πολύ, είπε το ξωτικό μπερδεμένο, αλλά δεν σε καταλαβαίνω φίλε μου.

Και πραγματικά ήταν αδύνατο για το ξωτικό να καταλάβει το Μετά που περιέγραφε ο νάνος.

Τα ξωτικά όπως ξέρουμε ζουν πάρα πολλά χρόνια, τόσα πολλά που ούτε τα ίδια ανησυχούν για το τέλος. Απαλλαγμένα από τον φόβο του θανάτου δεν χρειάστηκε ποτέ να πιστέψουν σε κάτι πέρα από την ζωή. Πιστεύουν ότι όταν αφήσουν την τελευταία τους πνοή θα είναι μια λύτρωση, που θα πάρει από τους ώμους τους τα βάρη των αιώνων που έζησαν και θα τους ανακουφίσει. Και απλά θα γίνουν σκόνη. Ένα με το σύμπαν πάλι. Και με αυτό είναι ικανοποιημένα. Είναι έξυπνα πλάσματα, λογικά αλλά ταυτόχρονα ευαίσθητα και συναισθηματικά. Μη με ρωτάτε πως το κάνουν, χρόνια προσπαθώ κι εγώ να τα συνδυάσω αλλά πάντα ένα από τα δυο υπερτερεί. Αυτά όμως το έχουν καταφέρει. Αγαπάνε τη φύση και τα ζώα και συμπονάν τους ανθρώπους αλλά προσεγγίζουν τα πάντα με σύνεση και λογική. Και έτσι ποτέ δεν υπερβάλλουν, δεν παρεκτρέπονται και δεν μπαίνουν σε μπελάδες. Πόσο τα ζηλεύω… νομίζω. Οι νάνοι από την άλλη… οι νάνοι είναι οξύθυμοι, στην καλύτερη περίπτωση κυκλοθυμικοί, ονειροπόλοι, αυθόρμητοι και απρόβλεπτοι. Ακολουθούν κυρίως το συναίσθημα, αν και έχουν άφθονο μυαλό. Ζουν λίγο παραπάνω από εμάς, συνήθως μέχρι τα εκατό τους, εκατό τριάντα με εκατό πενήντα οι μακροβιότεροι. Και πιστεύουν στο Μετά. Αχ, το Μετά των νάνων είναι τόσο όμορφο που μέχρι και εγώ εύχομαι να ήταν αληθινό.

Μα καλά, αποκρίθηκε ο νάνος, τι νομίζετε εσείς ότι γίνεται όταν κλείσετε τα μάτια σας για πάντα;

Γινόμαστε αστρόσκονη, όλοι το ξέρουν αυτό.

– Αστρόσκονη; απόρησε ο νάνος.

Ναι, είπε με φυσικότητα το ξωτικό. Επιστρέφουμε εκεί που ανήκουμε, είπε και έδειξε γύρω του. Στα δέντρα, στα ποτάμια, στην θάλασσα, στον ουρανό, στον ήλιο. Στο σύμπαν.

Δηλαδή μου λες, ψέλλισε ο νάνος, ότι όταν εσύ φτάσεις στο τέλος των ημερών σου θα γίνεις … σκόνη; Ένα τίποτα; Θα χαθείς στον άνεμο.

Και ναι και όχι. Θα γίνω σκόνη, αλλά όχι ένα τίποτα, θα γίνω τα πάντα, θα είμαι παντού. Δε θα χαθώ στον άνεμο, θα είμαι ο άνεμος.

Γρμφφ, μούγκρισε ο νάνος και αναδεύτηκε στην θέση του. Άνεμος, νερό και χώμα, ποιο το νόημα; Ποιο το νόημα να γίνεις όλα αυτά αν … αν δεν μπορείς να νιώσεις τίποτα; Είστε ανόητα εσείς τα ξωτικά, καλά μου τα λεγε ο προπάππους μου ο Γρίμλα ο Κορακομούρης.

– Πες μου εσύ νάνε λοιπόν, τι πιστεύει η φυλή σου; Τι είναι αυτό το Μετά για το οποίο μιλάς;

– Το Μετά. Το Μετά είναι ότι καλύτερο μπορείς να φανταστείς φίλε μου. Όταν οι νάνοι φεύγουν από αυτόν τον κόσμο γίνονται ολόκληροι. Γιατί στο Μετά βρίσκουμε το άλλο μας μισό, που μπορεί να το είχαμε ήδη γνωρίσει όσο ζούσαμε μπορεί και όχι, και μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε, η μάνα σου, ο αδελφός σου, ο φίλος σου, ο σύντροφος σου ή ένας άγνωστος. Και γινόμαστε ένα.

Έσφιξε τα χέρια του σε μια γροθιά μπλέκοντας τα δάχτυλα του και τα σήκωσε στο ύψος των ματιών του ξωτικού.

Ένα, να έτσι. Μια οντότητα. Ο ένας γεμίζει τα κενά του άλλου και τον συμπληρώνει. Δυο άτομα σε ένα. Κανείς δεν ξέρει πως είναι γιατί κάτι τέτοιο δεν υπάρχει σε αυτό τον κόσμο, μόνο στο Μετά. Λένε ότι νιώθεις ότι νιώθει το άλλο σου μισό και ξέρεις όλες του τις σκέψεις. Είστε δύο, αλλά ένας, επανέλαβε ο νάνος. Και δεν θα είστε ποτέ ξανά μόνοι. Στο Μετά δεν υπάρχει μοναξιά. Μόνο ολοκλήρωση. Αυτό είναι το Μετά.

Για λίγο οι δυο φίλοι έμειναν σιωπηλοί, κοιτάζοντας τον μαβί ουρανό και την σκούρα θάλασσα που είχε καταπιεί πλέον ολόκληρο τον ήλιο.

Είναι όμορφο το Μετά σου, είπε τελικά το ξωτικό. Σε ζηλεύω που μπορείς να πιστεύεις σε αυτό.

– Υπάρχει, ψέλλισε ο νάνος που κρατούσε ακόμα τα χέρια του σφιχτά μπλεγμένα.

Το ξωτικό χαμογέλασε μελαγχολικά.

Για μένα το Μετά δεν υπάρχει, είπε. Η λογική μου το αρνείται και για αυτό λυπάμαι. Θα σου πω όμως το μόνο πράμα που θα ήθελα προτού γίνω σκόνη. Θα ήθελα να κάτσω σε μια αναπαυτική πολυθρόνα και να δω ένα έργο, ένα θεατρικό έργο.

Ένα έργο; αναρωτήθηκε ο νάνος.

Αν ρωτάτε εμένα, θα έλεγα ότι αν το ξωτικό γνώριζε από κινηματογράφο θα ήθελε στην πραγματικότητα να κάτσει στην σκοτεινή αίθουσα ενός σινεμά και να δει μια ταινία – την ταινία της ζωής του.

Ένα έργο, ναι, απάντησε το ξωτικό. Το τελευταίο έργο. Με πρωταγωνιστή εμένα. Να με δω όταν γεννήθηκα, όταν ήμουνα παιδί και πως μεγάλωσα. Να δω την μητέρα μου, τον πατέρα μου και τα αδέλφια μου και τους φίλους που μεγάλωσα μαζί. Θέλω να τα δω και να τα ακούσω όλα πάλι, με κάθε λεπτομέρεια. Να γελάσω με τα λάθη και τις ανοησίες μου, να με καταραστώ για τις λάθος αποφάσεις μου, να διαφωνήσω και να συμφωνήσω με τον εαυτό μου, να αναρωτηθώ γιατί έκανα ότι έκανα. Να με δω να ερωτεύομαι ξανά για πρώτη φορά. Να παίρνω τη ζωή στα χέρια μου για πρώτη φορά. Να δω να κάνω πράματα τρελά και να απορήσω με τον εαυτό μου. Να είμαι νέος και απερίσκεπτος και να μην φοβάμαι τίποτα. Και ύστερα να τρώω τα μούτρα μου. Και να μαθαίνω. Να μαθαίνω να εκτιμώ και να αγαπάω πραγματικά. Να δω τους ανθρώπους που πέρασα όλη μου τη ζωή μαζί αλλά και εκείνους που άφησα πίσω μου. Και ίσως… ίσως εκεί να ήθελα να βγω λίγο έξω από το σενάριο της δικής μου ζωής και να παρακολουθήσω την δική τους. Τι απέγιναν αυτοί οι άνθρωποι αφότου χωρίσαμε και δεν ειδωθήκαμε ποτέ ξανά; Τι σκέφτηκαν για μένα και δεν μου το είπαν ποτέ, τι ένιωσαν και το κράτησαν καλά κρυμμένο; Θέλω να τα δω όλα, την αρχή, την μέση και το τέλος της ζωής μου. Και θέλω όταν το έργο τελειώσει και η αυλαία πέσει να μπορέσω να πω ότι ήταν ένα καλό έργο και ευχαρίστως θα το ξαναέβλεπα. Ή θα το ξαναζούσα. Έτσι ακριβώς όπως ήταν, έτσι ακριβώς όπως γράφτηκε την πρώτη φορά. Αυτό θα ήθελα μόνο και μετά ας γινόμουν σκόνη.

Λίγα λεπτά σιωπής ακολούθησαν ξανά. Οι κίσσες που είχαν τρομάξει με την άφιξη του νάνου επέστρεψαν στα κλαδιά του δέντρου πίσω τους.

Ένα έργο λοιπόν, είπε ο νάνος. Ένα τελευταίο έργο, το έργο της ζωής σου. Είναι όμορφη η επιθυμία σου και χαίρομαι που την μοιράστηκες μαζί μου γιατί τώρα είναι και δικιά μου. Και θα σου πω κάτι φίλε μου και σε αυτό πίστεψε με. Το έργο της ζωής σου και το έργο της ζωής μου θα είναι τόσο καλά που δεν θα είμαστε οι μόνοι θεατές. Ο κόσμος θα κάνει ουρά έξω από το θέατρο και τα έργα μας θα παίζονται για μέρες, είπε με στόμφο ο νάνος και χάιδεψε περήφανα την γενειάδα του.

Το ξωτικό γέλασε δυνατά αυτή την φορά.

Το εύχομαι φίλε μου, το εύχομαι, είπε και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

Ο ουρανός είχε πια σκοτεινιάσει και τα φώτα από τα δύο βασίλεια στις αντίθετες πλευρές του λόφου είχαν αρχίσει ήδη να καίνε μέσα στη νύχτα. Το ξωτικό πήρε το τόξο του ενώ ο νάνος σηκώθηκε και εκείνος από το παγκάκι, με το τσεκούρι στο χέρι του.

Σε ευχαριστώ για ένα ακόμα αξέχαστο απόγευμα φίλε μου, είπε το ξωτικό. Η συντροφιά σου είναι ανεκτίμητη. Ας πάμε τώρα να γράψουμε την επόμενη σελίδα στο σενάριο του έργου μας και ας φροντίσουμε να είναι αρκετά καλή ώστε να κρατήσει τους θεατές καθηλωμένους στις θέσεις τους.

– Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, είπε ο νάνος και ύψωσε το τσεκούρι του θριαμβευτικά καθώς απομακρυνόταν από το παγκάκι και κατευθυνόταν προς το Βασίλειο των Νάνων. Τα λέμε αύριο, φίλε μου, και φρόντισε να μην αργήσεις αυτή την φορά!

Το ξωτικό χαμογέλασε και κατηφόρισε στην αντίθετη πλαγιά, προς το Βασίλειο των Ξωτικών.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s