2
Αγνώστου καλλιτέχνη

Ο πρίγκιπας με τα κατάξανθα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια πέταξε για ακόμη μια φορά το σκοινί στο παράθυρο του ψηλού πύργου. Ο γάντζος που ήταν δεμένος στην άκρη του επιτέλους πιάστηκε σε μια εγκοπή στο εσωτερικό του πέτρινου τοίχου. Τράβηξε το σχοινί να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές και όταν πλέον ήταν σίγουρος άρχισε να σκαρφαλώνει με τόση επιδεξιότητα και σβελτάδα που θα την ζήλευε ακόμα και ένας κεραμιδόγατος. Όταν έφτασε στην κορυφή, πήδηξε μέσα αθόρυβα. Το δωμάτιο, όπως και ολόκληρο το κάστρο, ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι και έτσι μπορούσε να διακρίνει ελάχιστα πράματα υπό το φως της πανσελήνου. Προσεχτικά βγήκε από την μικρή αποθήκη και με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο της πριγκίπισσας. Έπιασε το πόμολο και το γύρισε αργά. Η φωτιά στο τζάκι απέναντι από το κρεβάτι της πριγκίπισσας έκαιγε ακόμα και έτσι το δωμάτιο ήταν ζεστό. Προχώρησε μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Η νεαρή κοπέλα κοιμόταν ήδη. Ένα κερί και ένα βιβλίο στο κομοδίνο δίπλα της ήταν η μόνη της συντροφιά. Ο πρίγκιπας πλησίασε και την ξύπνησε απαλά με ένα χάδι. Εκείνη άνοιξε τα μάτια της κι όταν τον αντίκρισε να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού της πετάχτηκε από τα σκεπάσματα της ξαφνιασμένη.

Τι… τι κάνεις εσύ εδώ; τον ρώτησε.

Ήρθα να σε δω, της απάντησε και χαμογέλασε. Δεν άντεχα άλλο να σου μιλάω από μακριά και να σε κοιτάω από κάτω από το παράθυρό σου, έπρεπε να έρθω κοντά σου. Κάθε μέρα που σε άφηνα και γύρναγα στο παλάτι μου το σκεφτόμουν. Απόψε πήρα την απόφαση.

Λέγοντας αυτά, ο νεαρός άντρας παραμέρισε μια τούφα από τα καστανά μαλλιά της πριγκίπισσας που έπεφτε στο πρόσωπο της και την χάιδεψε στο μάγουλο, κάνοντας την να κοκκινίσει ακόμα περισσότερο.

Και τώρα που ήρθες, συνέχισε εκείνη, τι κατάλαβες;

Κατάλαβα ότι ήμουν ανόητος που δεν ήρθα νωρίτερα. Είσαι πραγματικά πανέμορφη.

Η πριγκίπισσα χαμογέλασε και κοίταξε το φεγγάρι έξω από το παράθυρο.

– Είναι πολύ επικίνδυνο αυτό που κάνεις, του είπε. Αν σε πιάσουν τέτοια ώρα μέσα στο δωμάτιο μου, δεν ξέρω τι μπορεί να σου κάνουν. Αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν θα είναι ευχάριστο.

– Δεν με ενδιαφέρει. Για την ομορφιά σου θα άντεχα τα πάντα. Αλλά δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Δεν πρόκειται να με πιάσουν. Ούτε εμένα, ούτε εσένα. Ήρθα να δω αν άξιζε αυτό που ήθελα και τώρα είμαι σίγουρος.

– Είσαι σίγουρος για ποιο πράμα;

– Ότι θέλω να σε κάνω γυναίκα μου. Έλα μαζί μου. Πάμε να φύγουμε από αυτό το κάστρο απόψε και να μη γυρίσουμε ποτέ ξανά.

Η κοπέλα γέλασε και τα μάτια της έλαμψαν από χαρά. Ήθελε όσο τίποτα να φύγει από αυτό το τεράστιο και κρύο κάστρο. Δεν την κρατούσε τίποτα εκεί. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Το κάστρο κάποτε ήταν γεμάτο ζωντάνια, αγάπη και θαλπωρή. Ο πατέρας της θα έκανε φασαρία στους τεράστιους διαδρόμους του, φωνάζοντας την να πάνε για κυνήγι ή να πετάξουν χαρταετό όταν ο καιρός θα επέτρεπε να τον φτάσουν ψηλά στον ουρανό, ενώ η κουζίνα θα ήταν πλημμυρισμένη από τις αμέτρητες μυρωδιές των φαγητών που τόσο πολύ άρεσε στην μητέρα της να μαγειρεύει καθημερινά. Τα βράδια θα τα περνούσαν συνήθως μαζί, μπροστά στο μεγάλο τζάκι τον χειμώνα ή έξω στην ανθοστόλιστη βεράντα τα καλοκαίρια. Ο πατέρας της διάβαζε ιστορίες ενώ η μητέρα της έπλεκε ή της χτένιζε απαλά τα μακρυά της μαλλιά. Και την νύχτα, όταν αισθανόταν μόνη στο μεγάλο της δωμάτιο, ήξερε ότι μπορούσε να πάει και να χωθεί στην αγκαλιά των γονιών της, χωρίς εκείνοι να της πουν τίποτα που τους ξυπνούσε μέσα στα άγρια μεσάνυχτα. Το λάτρευε αυτό το κάστρο παλιά. Γιατί ήταν το σπίτι της. Τώρα πια ήταν απλά ένα κτίριο. Ένα άδειο κτίριο. Από όταν έχασε τους γονείς της, τα πάντα φάνταζαν τόσο άδεια μέσα σε αυτό. Ακόμα και η μεγαλοπρεπής αίθουσα του θρόνου, με τους πολυελαίους, τα πανάκριβα χαλιά και τα αναρίθμητα στολίδια, ακόμα κι αυτή όταν έσφυζε από υπηρέτες, υπηκόους και διασκεδαστές, ήταν άδεια. Για εκείνη δεν ήταν κανείς εκεί, ήταν μόνη της μέσα στο πλήθος. Το πρόσωπο της πριγκίπισσας συννέφιασε. Άπλωσε το χέρι της, έπιασε το δικό του τρυφερά και τον κοίταξε θλιμμένα.

– Γιατί; τον ρώτησε.

– Τι εννοείς; Τι γιατί; απόρησε εκείνος.

– Γιατί θες να με κάνεις γυναίκα σου; Γιατί θες να έρθω μαζί σου;

Ο πρίγκιπας γέλασε τόσο δυνατά που το κορίτσι φοβήθηκε ότι κάποιος θα τους άκουγε.

– Μα τι ανόητη ερώτηση! Σου είπα ήδη γιατί. Θα έκανα τα πάντα για την ομορφιά σου. Για αυτό το γλυκό και απαλό πρόσωπο, γι αυτά τα μεγάλα λαμπερά μάτια, για αυτά τα υπέροχα χείλη.

– Για την ομορφιά μου; ρώτησε ξανά η κοπέλα θλιμμένη.

– Μα φυσικά. Για τι άλλο;! Έλα λοιπόν, μη διστάζεις. Πιάσε το χέρι μου και πάμε να φύγουμε, είπε και άρπαξε την πριγκίπισσα από το χέρι.

– Δεν μπορώ να φύγω, είπε εκείνη και τράβηξε το χέρι της απότομα.

– Τι εννοείς; απόρησε εκείνος.

– Το κάστρο… το κάστρο είναι μαγεμένο.

– Τι είδους μάγια έχει;

– Δεν με αφήνει να φύγω. Όλα ξεκίνησαν στην ενηλικίωση μου, όταν μας επισκέφτηκε μια γυναίκα που ήξερε κάποτε τον πατέρα μου. Με κάποιον τρόπο ο πατέρας μου την είχε πληγώσει στο παρελθόν και εκείνη είχε επιστρέψει για να πάρει την εκδίκηση της. Με μια κατάρα για μένα, την κόρη του. Αν βγω έξω από τα τείχη, κάποιος που αγαπώ θα πεθάνει. Το ξέρω ότι θα συμβεί γιατί έχει ήδη επιβεβαιωθεί… δυο φορές… αλλά τότε δεν γνώριζα για τα μάγια. Τώρα ξέρω και δεν το ριψοκινδυνεύω ξανά.

Η πριγκίπισσα σκέφτηκε την μεγάλη της αδελφή. Αν και βρισκόταν πολύ μακριά της, την αγαπούσε και δεν ήθελε να την χάσει κι αυτήν, με τον ίδιο τρόπο που έχασε τους γονείς της.

Δηλαδή θα μείνεις για πάντα κλεισμένη εδώ μέσα;

– Ναι… εκτός αν βρεθεί η πραγματική μου αγάπη. Ένα φιλί πραγματικής αγάπης θα λύσει τα μάγια και θα μπορώ να πάω όπου θέλω.

– Τέλεια! αναφώνησε ο πρίγκιπας. Τότε το μόνο που χρειάζεται είναι να σε φιλήσω, είπε και έγειρε προς την πριγκίπισσα.

– Ναι, υποθέτω πως ναι, είπε και έγειρε και εκείνη μπροστά διστακτικά.

Τα χείλη τους συναντήθηκαν και αυτό ήταν το πρώτο τους φιλί. Όχι όμως και της πριγκίπισσας. Και άλλες “πραγματικές” αγάπες είχαν δοκιμάσει στο παρελθόν να την πάρουν από αυτό το κάστρο μα δεν τα είχαν καταφέρει. Όλοι κατέληγαν να τρέχουν έντρομοι στους διαδρόμους, όσο γινόταν πιο γρήγορα και πιο μακριά από εκείνη. Έτσι όπως θα κατέληγε και αυτός. Όταν το φιλί πια είχε τελειώσει, άνοιξε τα μάτια του περιμένοντας να δει το όμορφο πρόσωπο της. Αυτό που αντίκρισε όμως τον άφησε έκπληκτο. Το απαλό δέρμα της πριγκίπισσας είχε αρχίσει να μαραίνεται, να ξεκολλάει από το πρόσωπο της και να πέφτει, αφήνοντας πίσω μόνο την άσχημη κόκκινη σάρκα της. Τα χείλη της ξεφλούδισαν και ήταν πλέον ματωμένα και τραχιά. Σύντομα ο πρίγκιπας βρέθηκε να έχει απέναντι του μια κοπέλα που δεν θύμιζε σε τίποτα την όμορφη πριγκίπισσα που είχε ερωτευτεί όταν την πρωτοείδε στο παράθυρο του πύργου της. Το πρόσωπο της ήταν πλέον απαίσιο και με δυσκολία μπορούσες να το κοιτάξεις. Το μόνο που είχε μείνει ίδιο ήταν τα θλιμμένα της μάτια. Βλέποντας την αντίδραση και την απέχθεια στο βλέμμα του πρίγκιπα, τα μεγάλα της μάτια γέμισαν δάκρυα.

– Θα γίνω πάλι όμορφη, του είπε κλαίγοντας. Το πρωί θα είμαι πάλι όμορφη. Έτσι γίνομαι όταν με φιλάνε, είναι μέρος της κατάρας, του εξήγησε. Μη φεύγεις, σε παρακαλώ, μη φεύγεις όπως οι άλλοι.

– Έχεις τρελαθεί τελείως;! της φώναξε καθώς αποτραβιόταν από κοντά της. Δεν θέλω να σε φιλήσω ποτέ ξανά αν είναι να γίνεσαι έτσι. Είσαι ένα τέρας! Πως μπορώ να ζήσω με ένα τέρας;! Εγώ ήθελα μια όμορφη πριγκίπισσα. Κοίτα πως είσαι εσύ τώρα. Πραγματικά σε λυπάμαι!

Με αυτά τα λόγια την άφησε και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο, γύρισε πίσω στην αποθήκη και κάτω στο σκοινί από όπου ήρθε. Η κοπέλα έμεινε και πάλι μόνη της, με το κερί να καίει ακόμα, δίπλα από το βιβλίο, στο κομοδίνο. Σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο της. Είδε τον πρίγκιπα να απομακρύνεται πάνω στο άσπρο του άλογο, να χάνεται μέσα στο δάσος και να μην γυρνάει ποτέ ξανά για εκείνη.

– Αν με αγαπούσες πραγματικά, θα παρέμενα όμορφη όταν με φίλησες, ψιθύρισε ενώ σκούπιζε τα δάκρυα της. Έτσι λέει η κατάρα: “η πραγματική αγάπη δεν θα σε δει ποτέ άσχημη και θα σε βγάλει από αυτό το κάστρο της μοναξιάς”. Δεν ήσουν εσύ αυτός λοιπόν. Πόσο πολύ ήθελα όμως να είσαι. Πόσο έχω κουραστεί να περιμένω. Πόσο θα ήθελα να υπάρχει ένα ξόρκι, να μαγέψω την ψυχή κάποιου, να νιώθει ότι νιώθω, να ρέουν τα συναισθήματα μου μέσα του και να δει το πραγματικό μου πρόσωπο. Και να με θέλει για αυτό, γι αυτό και μόνο.

Με αυτές τις σκέψεις η πριγκίπισσα γύρισε στο κρεβάτι της, έκλεισε τα θλιμμένα της μάτια και αποκοιμήθηκε.

Ύστερα από λίγο η πόρτα άνοιξε ξανά αργά. Ο νεαρός σταβλίτης μπήκε αθόρυβα μέσα στο δωμάτιο, όπως έκανε κάθε βράδυ μόλις αποκοιμιόταν η πριγκίπισσα. Την πλησίασε και την σκέπασε. Κοίταξε το κόκκινο, ξεφλουδισμένο της πρόσωπο στο αχνό φως του κεριού. Έσκυψε και την φίλησε στο μάγουλο.

– Είσαι όμορφη, της ψιθύρισε. Όπως και να είσαι, θα παραμένεις όμορφη. Εγώ το βλέπω. Κάποια μέρα θα το δεις κι εσύ. Και μαζί με αυτό, θα δεις και εμένα. Και τότε τα μάτια σου θα πάψουν να είναι θλιμμένα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s