puppet
Hands of the Puppeteer της Sara Riches

Η μέρα ήταν αποπνικτικά ζεστή. Η νεαρή κοπέλα κάθισε στο παγκάκι απέναντι από την κεντρική τσουλήθρα της παιδικής χαράς και άφησε τον μεγάλο σάκο δίπλα στα πόδια της. Ο μαύρος της σκύλος ανέβηκε κι αυτός στο παγκάκι και ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια της. Μια ηλικιωμένη κυρία πέρασε και κοίταξε τον σκύλο με απέχθεια.

– Τα παγκάκια είναι για τους ανθρώπους, μουρμούρισε κοιτώντας την κοπέλα, όχι για τα σκυλιά.

– Η ζωή είναι για τους νέους, όχι για σταφιδιασμένες γριές, της αντιγύρισε το κορίτσι πικρόχολα.

Η γριά άνοιξε το στόμα της διάπλατα από έκπληξη.

–  Ντροπή σου, τέτοια γλώσσακοριτσάκι πράμα της είπε τελικά, και απομακρύνθηκε φανερά προσβεβλημένη.

Θύμισε μου όταν σταφιδιάσω και εγώ έτσι, να μην το παίζω τσαμπουκάς στη νεολαία, είπε και χάιδεψε τον σκύλο της.

Η κοπέλα χάζεψε τα παιδιά που ανεβοκατέβαιναν ακούραστα στην τσουλήθρα. Θυμήθηκε όταν ήταν μικρή πως ξημεροβραδιάζονταν κι εκείνη στο πάρκο της γειτονιάς της, με την καλύτερη της φίλη. Ωραία χρόνια, σκέφτηκε, αθώα. Την σκέψη της διέκοψε η άφιξη του. Με το γνωστό αργόσυρτο περπάτημα του διέσχισε την αλάνα όπου έπαιζαν τα παιδιά και κάθισε στο παγκάκι που βρίσκονταν στην αντίθετη πλευρά της τσουλήθρας. Μπορούσε να τον δει καθαρά, ανάμεσα από τα σκαλιά και τα δεκάδες παιδικά πόδια που τα ανεβοκατέβαιναν. Εκείνος δεν την είχε προσέξει καν. Είχε τα μάτια του καρφωμένα στα πιτσιρίκια. Μπλε μάτια, σαν την βαθιά θάλασσα. Αν και μεσήλικας πλέον, ήταν καλοστεκούμενος. Πρέπει να ήταν όμορφος άντρας στα νιάτα του, σκέφτηκε η κοπέλα και έσφιξε τα δόντια της. Ίσως κάποιο κοριτσάκι να μπορούσε να τον ερωτευτεί, ακόμα και τώρα… αν δεν ήξερε την αλήθεια. Ο άντρας άνοιξε την εφημερίδα που είχε μαζί του και άρχισε να διαβάζει, αν και συχνά έριχνε κλεφτές ματιές στα παιδιά ή σε κάποια νεαρή κοπέλα που μπορεί να περνούσε από μπροστά του. Ένα κορίτσι, με πλούσια ξανθά μαλλιά και κοντή φούστα, κάθισε δίπλα του. Φώναζε στον αδελφό της ότι έπρεπε να φύγουν αλλά ο μικρός δεν της έδινε καμία σημασία. Ο άντρας την πρόσεξε. Χαμήλωσε την εφημερίδα του και την κοίταξε. Κάτι της είπε και εκείνη χαμογέλασε. Αυτό ήταν αρκετό να κάνει τον άντρα να μετακινηθεί λίγο πιο κοντά της. Εκείνη τον κοίταξε αμήχανα.

Τζόρνταν, ψιθύρισε η κοπέλα και αμέσως ο σκύλος που ακουμπούσε στα πόδια της, πήδηξε από το παγκάκι αγριεμένος.

Εκείνη την στιγμή ο αδελφός του ξανθού κοριτσιού επιτέλους άφησε τις κούνιες και επέστρεψε στην αδελφή του, έτοιμος να πάνε σπίτι τους. Τον έπιασε από το χέρι, χαιρέτησε τον άντρα ευγενικά και έφυγαν. Εκείνος έμεινε να την κοιτάζει καθώς απομακρύνονταν.

Όλα καλά, είπε η κοπέλα στον σκύλο μόλις τα δυο αδέλφια έφυγαν από το πάρκο και εκείνος χαλάρωσε και πάλι ενώ άρχισε να γλύφει τα δάχτυλα της.

Τα παιδιά σιγά σιγά αραίωναν καθώς πλησίαζε η ώρα του φαγητού και κανένα δεν είχε την όρεξη να ακούει την γκρίνια της μαμάς γιατί άργησαν στο μεσημεριανό τραπέζι. Όταν πια δεν είχε απομείνει κανένας άλλος στο πάρκο, ο άντρας κοίταξε τριγύρω του και το βλέμμα του σταμάτησε στην κοπέλα με τον σκύλο. Εκείνη χαμήλωσε το καπέλο της και έσκυψε να χαϊδέψει τον σκύλο της, αποφεύγοντας την οπτική επαφή, παρότι ήξερε ότι τα τεράστια μαύρα γυαλιά που φορούσε θα τον εμπόδιζαν να την αναγνωρίσει. Η θέα του μεγαλόσωμου σκυλιού ωστόσο τον έκανε να χάσει γρήγορα το ενδιαφέρον του. Ο άντρας σηκώθηκε και αργά, όπως ήρθε, απομακρύνθηκε από την παιδική χαρά. Ύστερα από λίγα λεπτά σηκώθηκε και εκείνη.

–  Ήρθε η ώρα. Έλα Τζόρνταν, πάμε, είπε στον τετράποδο φίλο της ενώ του πέρναγε την αλυσίδα στο λουρί του.

Άρπαξε τον σάκο και με γρήγορα βήματα ακολούθησε τον μεσήλικα, κρατώντας μια ασφαλή απόσταση ώστε να μην την υποπτευθεί. Εκείνος, αφού πρώτα έκανε μια στάση στο μανάβικο της γειτονιάς, όπως πάντα, να χαιρετήσει την γλυκιά κόρη του μανάβη, και εκείνη με την σειρά της να του χαρίσει καλοσυνάτα μια χούφτα κεράσια, τρύπωσε στο γνωστό υπόγειο και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Τέλεια, σκέφτηκε η κοπέλα. Ήξερε ότι ήταν δύσκολο να μπει από την μπροστινή πόρτα λόγω του σύρτη που ποτέ δεν ξεχνούσε να βάλει μόλις έμπαινε σπίτι του, αλλά ήξερε επίσης ότι είχε την συνήθεια να αφήνει ανοιχτή την πίσω πόρτα του κήπου μέχρι αργά το βράδυ. Έκανε το γύρο της οικοδομής, με τον Τζόρνταν πάντα στο πλευρό της και τον σάκο στο χέρι της. Σκαρφάλωσε στον τσιμεντένιο τοίχο και κοίταξε πάνω από τα κάγκελα, μέσα στον κήπο. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, όπως το περίμενε. Πέταξε τον σάκο στην άλλη πλευρά του τοίχου και ύστερα πήδηξε και αυτή μέσα. Ο σκύλος έκανε το ίδιο ακολουθώντας το παράδειγμα της αφεντικίνας του.  Για καλή της τύχη, ο κήπος ήταν απεριποίητος και έτσι μπόρεσε να κρυφτεί άνετα πίσω από τους παραμελημένους θάμνους και την μισογκρεμισμένη αποθηκούλα. Φόρεσε τα γάντια της. Ο άντρας φαινόταν από το μικρό παράθυρο να κινείται στην κουζίνα. Ύστερα από λίγο κατευθύνθηκε προς το μπάνιο.

– Τώρα είναι η ευκαιρία μας, ψιθύρισε η κοπέλα στον σκύλο ενώ τον τράβηξε από το λουρί για να τρυπώσουν γρήγορα στην μικρή κουζίνα του άντρα.

Η κουζίνα ήταν ακριβώς όπως την θυμόταν: λιτή και ακατάστατη. Ο παλιός βραστήρας στον πάγκο, δίπλα από την στοίβα των άπλυτων πιάτων, έκανε τον γνωστό ενοχλητικό θόρυβο καθώς ο άντρας είχε βάλει νερό για να ετοιμάσει το αγαπημένο του χαλαρωτικό ρόφημα. Τσάι με άρωμα λεμόνι. Η κοπέλα μισούσε πλέον αυτή την μυρωδιά. Με γρήγορες κινήσεις άνοιξε το καπάκι του βραστήρα και έριξε μέσα το χάπι. Ύστερα, μαζί με τον σκύλο, κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Ο ήχος από το καζανάκι την προειδοποίησε ότι είχε ελάχιστο χρόνο να βρει μια καλή κρυψώνα. Την στιγμή που ο άντρας άνοιγε την πόρτα του μπάνιου και έβγαινε στο σαλόνι, η κοπέλα και ο σκύλος στριμώχνονταν βιαστικά πίσω από τον παλιό μωβ, βελούδινο καναπέ. Ο άντρας κοντοστάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα. Απλά πήγαινε στην κουζίνα και πιες το γαμημένο τσάι σου, σκέφτηκε η κοπέλα. Τελικά απλά άνοιξε την τηλεόραση, άφησε να παίζει μια παλιά ελληνική ταινία με την Βουγιουκλάκη και πήγε στην κουζίνα. Επέστρεψε με το τσάι του και λίγα μπισκότα και βολεύτηκε στον μωβ καναπέ απέναντι από την τηλεόραση. Λίγα μόλις εκατοστά την χώριζαν από εκείνον. Είχε ανατριχιάσει και η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, ενώ ο σκύλος της είχε αντιληφθεί την αγωνία της και ήταν και αυτός ανήσυχος. Η κοπέλα χάιδεψε τον σκύλο προσπαθώντας να τον ηρεμήσει και να αποφύγει οποιονδήποτε θόρυβο θα μπορούσε να τους αποκαλύψει. Πέρασαν είκοσι πέντε λεπτά προτού δράσει το χάπι, είκοσι πέντε λεπτά που φάνηκαν αιώνες. Όταν ήταν πλέον σίγουρη ότι ο άντρας κοιμόταν βαθιά, σηκώθηκε, τράβηξε μια γερή μεταλλική καρέκλα από την τραπεζαρία και προσπάθησε να τον μετακινήσει από τον καναπέ. Δεν ήταν εύκολο καθώς ήταν διπλάσιος από εκείνη αλλά και επειδή σιχαινόταν να τον αγγίξει με οποιονδήποτε τρόπο. Ακόμα και η όψη του από τόσο κοντά της προκαλούσε αηδία. Έπρεπε όμως να το κάνει και γι’αυτό πίεσε τον εαυτό της να τον αγκαλιάσει από την μέση και να τον σύρει στην καρέκλα. Μετά από πολύ κόπο, τα κατάφερε. Άνοιξε τον σάκο της γρήγορα. Δεν ήταν σίγουρη πόσο χρόνο είχε στην διάθεσή της. Ένα καλό υπνωτικό διαρκεί για έξι ώρες αλλά αν έκρινε από τον τρόπο εύρεσης και το κόστος του συγκεκριμένου, μάλλον δεν ήταν μια τέτοια περίπτωση. Άρχισε να δένει τον άντρα στην καρέκλα, τυλίγοντας τον σφιχτά με σύρμα. Είχε αποφασίσει ότι το σχοινί δεν ήταν καλή ιδέα καθώς καίγεται εύκολα και αυτό δεν ταίριαζε με το σχέδιο της. Όταν βεβαιώθηκε ότι ο άντρας θα ήταν ακινητοποιημένος στην καρέκλα, του έκλεισε το στόμα με κολλητική ταινία και έκλεισε όλα τα παράθυρα μαζί με τα παντζούρια και φυσικά την πίσω πόρτα του κήπου. Ήταν έτοιμη. Το μόνο που έμενε ήταν να περιμένει να ξυπνήσει. Έπρεπε να έχει τις αισθήσεις του, έπρεπε να την δει.

Τράβηξε μια άλλη καρέκλα, την έβαλε απέναντι του και κάθισε. Ο σκύλος κάθισε δίπλα της. Η ελληνική ταινία τελείωσε, η Βουγιουκλάκη παντρεύτηκε τον Παπαμιχαήλ για ακόμα μια φορά, αλλά ο άντρας δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Άρχισε να δείχνει τα πρώτα σημάδια ανάκτησης των αισθήσεων του μόνο αφού τελείωσε και η επόμενη ταινία, ένα αμερικάνικο θρίλερ. Δεν υπήρχε happy end σε εκείνη την ταινία. Ταιριαστή ώρα να ξυπνήσεις, σκέφτηκε η κοπέλα μόλις τον είδε να κουνάει τα δάχτυλα του.

Τα μάτια του άντρα άνοιξαν διάπλατα όταν αντίκρισε το κορίτσι μπροστά του, πριν καλά καλά συνειδητοποιήσει ότι ήταν δεμένος σε μια καρέκλα στο ίδιο του το σαλόνι. Όταν κατάλαβε την δεινή θέση του άρχισε να μουγκρίζει και να παλεύει με τα δεσμά του, μάταια όμως καθώς η κοπέλα είχε σφίξει το σύρμα τόσο πολύ που είχε βουλιάξει στο αδύναμο δέρμα του, προκαλώντας βαθιές πληγές ενώ το αίμα έσταζε σκούρο κόκκινο στο πάτωμα και γινόταν ένα με το παλιό μωσαϊκό του υπογείου. Παρ’ όλα αυτά, δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια του παρά μόνο όταν ο μαύρος σκύλος γύμνωσε τα δόντια του και γρυλίζοντας του έδωσε να καταλάβει ότι είχε έρθει η ώρα να αποδεχτεί την μοίρα του.

– Άψογα, είπε η κοπέλα ψυχρά όταν ο άντρας ηρέμησε.

Άνοιξε τον σάκο της και αυτή τη φορά έβγαλε από μέσα την καραμπίνα του παππού της. Σημάδεψε τον άντρα και χαμογέλασε.

– Λοιπόν, συνέχισε, θα είμαι σύντομη. Δεν θέλω να χάσω πολύ από τον χρόνο μου μαζί σου άλλωστε. Είσαι ένα τίποτα που ρουφάει ζωή από οτιδήποτε αγγίζεις. Σαν να είμαστε μαριονέτες σου, μας χρησιμοποιείς. Σε σιχαίνομαι και σε λυπάμαι. Απορώ πως ζεις με τον εαυτό σου. Μάλλον δεν σε ενδιαφέρουν οι ζωές που καταστρέφεις, οι ψυχές που καταβροχθίζεις. Αρκεί να γεμίζεις τα κενά σου. Σιχαμένε! ξέσπασε τελικά χτυπώντας τον άντρα στο πρόσωπο με την λαβή της καραμπίνας.

Ένα σκίσιμο κάτω από το μάτι του πρόσθεσε κι άλλες κόκκινες πινελιές στο μοτίβο του πατώματος. Ο άντρας βόγκηξε από τον πόνο. Κοίταξε την κοπέλα φανερά φοβισμένος και με δάκρυα στα μάτια. Προσπάθησε να της πει κάτι, ίσως να της ζητούσε έλεος, αλλά τα πάντα χάνονταν πίσω από την κολλητική ταινία, και μόνο μουγκρητά βγαίναν προς τα έξω.

– Έλα, ηρέμησε, μη κλαις, του είπε κοροϊδευτικά εκείνη. Όσο περισσότερο αντιστέκεσαι, τόσο περισσότερο θα πονάς. Έτσι δεν είναι; Έτσι δεν μου έλεγες κάθε φορά; 

Η κοπέλα άνοιξε για ακόμη μια φορά τον σάκο της και έβγαλε από μέσα οινόπνευμα, ένα κουτί σπίρτα και έναν πυροσβεστήρα.

– Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που δεν εγκατέστησες ποτέ κάποιο σύστημα πυρασφάλειας σε αυτήν την τρύπα που ζεις.  

Μόλις ο άντρας συνειδητοποίησε ποιο ήταν το σχέδιο της κοπέλας ξέσπασε σε σπασμούς, στριγκλιές και κλάματα. Εκείνη έβαλε τα γέλια.

– Δεν το περίμενα ότι θα το απολαύσω τόσο πολύ, του είπε καθώς τον περιέλουζε με οινόπνευμα. Φαντάζομαι γνωρίζεις ότι δεν πρόκειται να σε ακούσει κανείς. Άλλωστε εσύ ο ίδιος φρόντισες για την τόσο καλή ηχομόνωση αυτού του χώρου.

Όταν είχε πλέον αδειάσει όλο το περιεχόμενο του μπουκαλιού πάνω του, το πέταξε στα πόδια του. Άνοιξε το κουτί με τα σπίρτα και έβγαλε ένα από μέσα. Εκείνος είχε σταματήσει τα κλάματα και είχε τώρα τα μάτια του καρφωμένα στην κορνίζα δίπλα από την τηλεόραση, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Το κορίτσι το πρόσεξε. Η μητέρα του, σκέφτηκε, κρίνοντας από την ομοιότητα. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα δίστασε και το χέρι της με το σπίρτο έμεινε μετέωρο στον αέρα. Ύστερα τινάχτηκε σαν να την χτύπησε ρεύμα και άναψε απότομα το σπίρτο.

– Λυπάμαι, εσύ το έκανες στον εαυτό σου. Και σε μένα. Εύχομαι να λαμπαδιάσεις σαν σπιρτόξυλο, είπε και πέταξε το σπίρτο πάνω του.

Η φλόγα του σπίρτου σύντομα έγινε φωτιά που έτρωγε αχόρταγα ρούχα και σάρκα. Η κοπέλα φόρεσε την μάσκα που είχε φέρει μαζί της ενώ με τον πυροσβεστήρα περιόριζε τις φλόγες ώστε να μην αρπάξει φωτιά όλο το υπόγειο. Ο άντρας πάλλονταν βίαια για αρκετά λεπτά ενώ τα μουγκρητά του ήταν τόσο δυνατά που κάποια στιγμή την ανάγκασαν να κλείσει τα αυτιά της με τα χέρια της. Ο σκύλος πανικόβλητος έτρεξε στην κουζίνα. Η μυρωδιά της καμμένης σάρκας την έκανε να αναγουλιάσει αλλά παρέμεινε στην θέση της, παρακολουθώντας τον να καίγεται. Όταν πλέον δεν κινούταν, άδειασε τον πυροσβεστήρα πάνω του. Ένα καρβουνιασμένο ανθρώπινο ομοίωμα καθόταν τώρα στην καρέκλα. Ένα μαύρο απομεινάρι.

– Επιτέλους μοιάζεις με αυτό που ήσουν, είπε η κοπέλα.

Μάζεψε τα πράματα της με γρήγορες κινήσεις, φώναξε τον σκύλο της και έφυγε με τον ίδιο τρόπο που ήρθε, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή πίσω της. Σε λίγες ώρες είχε φτάσει σπίτι της, έκανε ένα καυτό ντους και ξάπλωνε ευτυχισμένη στο κρεβάτι της. Αποκοιμήθηκε για το υπόλοιπο της ημέρας. Το φως του ήλιου που τρύπωνε δειλά από τα ανοιχτά παντζούρια την ξύπνησε νωρίς το επόμενο πρωί. Τεντώθηκε, άρπαξε το τηλεκοντρόλ και άνοιξε την τηλεόραση. Έκτακτο δελτίο ειδήσεων.

– … η αστυνομία εντόπισε τον άτυχο άντρα ύστερα από παράπονα των γειτόνων για μια ανησυχητική μυρωδιά προερχόμενη από το υπόγειο. Να σημειωθεί ότι ο άντρας είχε αποφυλακιστεί μόλις δυο μήνες νωρίτερα ύστερα από την έκτιση της πενταετής ποινής του για παράνομη κατακράτηση εικοσάχρονης στο υπόγειο του και κατ’εξακολούθηση βιασμό της ενώ παρόμοιες κατηγορίες εκκρεμούσαν εναντίον του. Η αρχική ποινή της δια βίου φυλάκισης είχε μειωθεί στα πέντε έτη ύστερα από την επίκληση ψυχικής ασθενείας του ιδίου. Η αστυνομία ερευνά την περίπτωση εμπλοκής κάποιων από των πιθανών θυμάτων του στην …

Η κοπέλα έκλεισε την τηλεόραση. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο, έπρεπε να ετοιμαστεί για το πάρτυ γενεθλίων της. Έκλεινε τα εικοσιπέντε και επιτέλους ένιωθε ξανά ελεύθερη.

 

 

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s