laura-palmer-arms-bending-back
Twin Peaks, Season 1, Episode 2

Αφού άναψε όλα τα κεριά, η μάντισσα κάθισε στην παλιά της πολυθρόνα και η νεαρή γυναίκα στην καρέκλα ακριβώς απέναντι της. Και οι δυο ήξεραν πια την διαδικασία. Η γριά, με κλειστά μάτια, άπλωσε τα κοκκαλιάρικα χέρια της στο δρύινο τραπέζι, έφτασε τα χέρια της γυναίκας και τα κράτησε σφιχτά, ενώ άρχισε να μουρμουρίζει τα γνωστά λόγια στην αρχαία γλώσσα των τσιγγάνων. Οι φλόγες των κεριών τρεμόπαιξαν. Όταν τελείωσε το τελετουργικό της, κοίταξε την γυναίκα με τα μαύρα σαν κάρβουνο μάτια της και είπε:

– Είναι αλήθεια. Έχεις επιτέλους αποφασίσει. Θέλεις να προχωρήσουμε αυτή τη φορά;

– Ναι, απάντησε εκείνη με βεβαιότητα.

– Θέλεις να τον δέσουμε, να μην τον χάσεις ποτέ; Ή θέλεις να μαγέψουμε εκείνον, τον προηγούμενο, να τον φέρουμε πίσω; Ότι από τα δύο κι αν διαλέξεις, θα πρέπει να πληρώσεις ακριβά.

– Το ξέρω.

– Λοιπόν; Να δέσω αυτόν;

– Όχι. Όχι αυτόν.

– Θέλεις τον άλλον λοιπόν;

– Όχι.

– Τι θέλεις τότε;

– Θέλω εμένα. Εμένα μόνο. Αυτό αποφάσισα ότι θέλω.

– Θες να είσαι μόνη σου δηλαδή;

– Ναι και όχι. Θέλω να είμαι με εμένα αλλά όχι όπως είμαι τώρα.

– Θες εσένα, αλλά όχι εσένα. Αναθεματισμένη γυναίκα, τι στο διάβολο εννοείς; βλαστήμησε η γριά.

– Θέλω εμένα όπως ήμουν παλιά. Τότε που δεν ήξερα. Δεν ήξερα πόσο αδίστακτος είναι ο χρόνος, πόσο μικρή η ζωή, πόσο σημαντικά τα ασήμαντα και ασήμαντα τα σημαντικά. Τότε που δεν με ένοιαζε το αύριο και το χτες και δεν με τρόμαζε η μοναξιά. Μπορείς να βρεις αυτήν την κοπέλα και να την φέρεις πίσω σε μένα, μάντισσα;

– Μα τους χίλιους δαίμονες, αυτό που ζητάς είναι επικίνδυνο.

– Αλλά όχι ακατόρθωτο. Έτσι δεν είναι;

– Δεν το έχω ξανακάνει. Έχω ακούσει ιστορίες όμως. Πρέπει να είμαστε προσεχτικές. Αλλιώς καλύτερα να μην προσπαθήσουμε καν.

– Τι πρέπει να κάνουμε;

– Πρέπει να πάμε πίσω να την βρούμε. Την κοπέλα που θες.

– Πίσω;

– Στις αναμνήσεις σου. Πίσω. Μόνο εκεί υπάρχει πια εκείνη. Δεν πίστεψες φυσικά ότι εννοούσα πίσω στον χρόνο ε, ανόητη γυναίκα; Μάντισσα είμαι, όχι κανένας τρελός επιστήμονας. Οι δυνάμεις μου περιορίζονται στον πνευματικό κόσμο και μόνο.

– Πίσω στις αναμνήσεις μου, επανέλαβε η γυναίκα αγνοώντας τον χλευασμό της γριάς μάντισσας.

– Ναι, εκεί. Την θυμάσαι; Πρέπει να την θυμάσαι ακριβώς, με κάθε λεπτομέρεια. Αλλιώς κινδυνεύουμε να φέρουμε μαζί μας κάτι που δεν θέλουμε.

– Νιώθω ότι την ξέρω. Αλλά μερικές φορές, όταν την φέρνω στο μυαλό μου, βλέπω μια ξένη. Τόσο διαφορετική από εμένα. Τότε τα χέρια μου γυρνάνε πίσω. Και τρέχω μακριά.

– Όχι, όχι, μουρμούρισε η γριά. Αυτό δεν είναι καλό σημάδι. Ξέχασε το. Δεν θα έχει καλή κατάληξη. Διάλεξε καλύτερα έναν από αυτούς τους δύο και ξέχνα την κοπέλα που ήσουν κάποτε. Αυτή έχει πια χαθεί και δεν μπορείς να την βρεις ξανά.

– Μα θέλω εκείνη.

– Την είχες. Μια φορά. Και πάει, δεν υπάρχει άλλη. Κρίμα που δεν το ήξερες τότε. Τώρα κόψε την γκρίνια και πες μου τι να κάνω με δαύτους, γρύλισε η γριά και πέταξε πάνω στο τραπέζι τα δύο πάνινα κουκλάκια.

Το ένα είχε πράσινα κουμπιά ραμμένα για μάτια και το άλλο μπλε. Η γυναίκα τα κοίταξε και τα δυο θλιμμένη.

– Ξέρεις μάντισσα, είπε τελικά, τα μάτια των λύκων μπορούν να έχουν πολλά χρώματα. Μπορούν να είναι γκρίζα, κίτρινα, κεχριμπαρένια, πορτοκαλί, καφέ. Και πράσινα, συμπλήρωσε και έπιασε την κούκλα με τα πράσινα μάτια. Δεν υπάρχουν λύκοι με μπλε μάτια. Ίσως με αυτόν να ταιριάξω καλύτερα λοιπόν. Άλλωστε, ποτέ δεν εμπιστευόμουν τα μπλε μάτια. Είναι πολύ όμορφα για να ‘ναι αληθινά.

– Ανάθεμα σε, δεν έχω ιδέα για τι πράμα μιλάς πάλι. Αλλά αφού αυτόν θες, αυτόν θα έχεις.

Η γριά άπλωσε ξανά τα χέρια της και έπιασε εκείνα της γυναίκας. Τα μυστικιστικά λόγια ειπώθηκαν και πάλι και τα κεριά τρεμόπαιξαν για ακόμα μια φορά. Αυτή τη φορά όμως η μάντισσα αφού τελείωσε, ξέσπασε σε γέλια.

– Καημένη μου γυναίκα, είπε ανάμεσα στα γέλια. Μάντεψε; Βρισκόμαστε πάλι στην αρχή. Από ότι φαίνεται θες έναν λύκο με μάτια μαύρα, σαν τα δικά σου. Ή τα δικά μου, διάβολε. Αυτοί εδώ πάντως δεν σου κάνουν, είπε και έδειξε τις πάνινες κούκλες. Ή τουλάχιστον δεν έχεις αποφασίσει ακόμα αν σου κάνουν. Φύγε. Φύγε όπως έφυγες τόσες φορές. Κι αν γυρίσεις, φρόντισε να μη μου ζητήσεις να σου δώσω πάλι κάτι που δεν έχω. Ή που δεν έχεις εσύ. Φύγε.

Η γυναίκα έφυγε. Και δεν ξαναγύρισε. Μόνο προσπαθούσε κάθε μέρα να θυμηθεί. Να θυμηθεί εκείνη την κοπέλα, που κάποτε την ήξερε μα τώρα έκανε τα χέρια της να γυρνάνε πίσω.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s